Όταν η γραφειοκρατία των Βρυξελλών παράγει πολυσέλιδα κείμενα πολιτικής, η απόστασή τους από την τραχιά πραγματικότητα των ακτών του Λιβυκού Πελάγους μοιάζει συνήθως αγεφύρωτη. Η εννεασέλιδη επιστολή της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, συνοδευόμενη από ένα εκτενές παράρτημα 19 σελίδων προς τους Ευρωπαίους ηγέτες ενόψει της Συνόδου Κορυφής, επιβεβαιώνει με τον πλέον επίσημο τρόπο ότι η Κρήτη έχει μετατραπεί σε βασικό σημείο αναφοράς του ευρωπαϊκού μεταναστευτικού προβληματισμού. Η εξαγγελία για τη δημιουργία ενός «Ευρωπαϊκού Πλαισίου Αντιμετώπισης Έκτακτων Καταστάσεων» (European Emergency ResponseFramework), η πρόσθετη χρηματοδότηση 25 εκατομμυρίων ευρώ προς την Ανατολική Λιβύη και οι συζητήσεις για «κόμβους επιστροφών» σε τρίτες χώρες μαρτυρούν μια κινητικότητα. Ωστόσο, την ώρα που στις αίθουσες συνεδριάσεων των Βρυξελλών χαράσσονται στρατηγικές και διατυπώνονται νομικοί νεολογισμοί, στην Ιεράπετρα η τοπική κοινωνία και οι υπηρεσίες έχουν ήδη αγγίξει τα όριά τους.
Η κραυγή αγωνίας που εκπέμπεται από το Λασίθι δεν αποτελεί ρητορικό σχήμα. Η κατάσταση στην πρώην ΑΓΡΕΞ στην Ιεράπετρα, όπου στοιβάζονται εκατοντάδες μετανάστες κάτω από οριακές συνθήκες, αποτυπώνει ανάγλυφα την απόλυτη ανεπάρκεια της διαχείρισης στην πρώτη γραμμή. Το σύνθημα «Δεν αντέχουμε άλλο, το Υπουργείο να δώσει λύση» είναι μια διαμαρτυρία της Αυτοδιοίκησης, αλλά είναι και η αντανάκλαση μιας ωμής πραγματικότητας. Μια πόλη που στηρίζει τον οικονομικό της ιστό στον πρωτογενή τομέα, με λιγοστούς λιμενικούς, υποστελεχωμένες αστυνομικές δυνάμεις και ένα νοσοκομείο που παλεύει καθημερινά με τις δικές του χρόνιες ελλείψεις, καλείται να λειτουργήσει ως de facto κέντρο πρώτης υποδοχής και προσωρινής κράτησης.
Οι εγκαταστάσεις της πρώην ΑΓΡΕΞ δεν σχεδιάστηκαν ποτέ για να φιλοξενούν εκατοντάδες ψυχές. Η έλλειψη βασικών υγειονομικών υποδομών, η πίεση για σίτιση, περίθαλψη και στοιχειώδη ασφάλεια μετατρέπουν κάθε νέα άφιξη σε ωρολογιακή βόμβα. Εάν η κεντρική διοίκηση στην Αθήνα θεωρεί ότι η Κρήτη μπορεί να απορροφά σιωπηρά το βάρος των κυκλωμάτων διακίνησης χωρίς άμεση, οργανωμένη και καθημερινή μεταγωγή προς την ηπειρωτική χώρα, κάνει ένα τραγικό στρατηγικό λάθος. Το νησί δεν διαθέτει, ούτε πρέπει να αποκτήσει, μόνιμες δομές που θα το μετατρέψουν σε μια νέα εκδοχή των ακριτικών νησιών του Ανατολικού Αιγαίου της προηγούμενης δεκαετίας.
Η γεωπολιτική της Ανατολικής Λιβύης
και τα 25 εκατομμύρια ευρώ
Στο επίκεντρο του νέου σχεδιασμού της Κομισιόν βρίσκεται η προσπάθεια ανάσχεσης των ροών στην πηγή τους. Η αναγνώριση της Λιβύης ως της κύριας χώρας αναχώρησης παράτυπων μεταναστών προς την Ευρώπη συνοδεύεται από την υπογραφή νέας χρηματοδότησης ύψους 25 εκατομμυρίων ευρώ για την Ανατολική Λιβύη. Τα κονδύλια αυτά προορίζονται για την επιτήρηση των συνόρων, την έρευνα και διάσωση και την καταπολέμηση των δικτύων διακίνησης. Παράλληλα, προωθείται η ίδρυση Κέντρου Συντονισμού Θαλάσσιας Διάσωσης (MRCC) στη Βεγγάζη, με την υποστήριξη της ευρωπαϊκής επιχείρησης IRINI και του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού για την Ειρήνη.
Εδώ, όμως, η ανάλυση οφείλει να είναι αμείλικτη. Η Ανατολική Λιβύη δεν είναι ένα συντεταγμένο ευρωπαϊκό κράτος με διαφανείς θεσμούς και αξιόπιστους μηχανισμούς λογοδοσίας. Ελέγχεται από ένα ιδιότυπο στρατιωτικο-πολιτικό καθεστώς υπό τον στρατάρχη Χαφτάρ, όπου οι ισορροπίες διαμορφώνονται από περιφερειακούς παίκτες, από τη ρωσική παρουσία μέσω παραστρατιωτικών δομών, αλλά και από τις συναλλαγές ισχυρών τοπικών φυλών. Όταν η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επικαλείται γενικά στατιστικά στοιχεία για μείωση των ροών κατά 55% τη διετία και 35% το 2026, αδυνατεί να απαντήσει πειστικά στο βασικό ερώτημα: Ποιος εγγυάται ότι τα 25 εκατομμύρια δεν θα αποτελέσουν απλώς ένα «αντίτιμο» προς τοπικούς πολέμαρχους, οι οποίοι όποτε επιθυμούν θα ανοίγουν ή θα κλείνουν τη στρόφιγγα των αναχωρήσεων για να εκβιάσουν πολιτικά και οικονομικά ανταλλάγματα;
Η θαλάσσια διαδρομή από το Τομπρούκ και τη Βεγγάζη προς τα νότια της Κρήτης και τη Γαύδο δεν άνοιξε τυχαία. Αποτελεί μέρος ενός καλά οργανωμένου γεωπολιτικού και οικονομικού δικτύου διακίνησης, το οποίο εκμεταλλεύεται το κενό εξουσίας και τη γεωγραφική εγγύτητα. Η χρηματοδότηση αποστολών χωρίς αυστηρό επιτόπιο έλεγχο και χωρίς δεσμευτικές πολιτικές εγγυήσεις ενέχει τον κίνδυνο να επιδοτήσει τις ίδιες τις δομές που συντηρούν την αστάθεια.
Έκτακτες ανάγκες, Άρθρο 72 και το αίτημα για αναστολή ασύλου
Η παραδοχή της Κομισιόν ότι η Κρήτη, μαζί με τη Θέουτα της Ισπανίας, αποτελούν τις δύο περιπτώσεις που υποχρεώνουν την Ένωση να αναθεωρήσει τα ανακλαστικά της, είναι αποκαλυπτική. Το προτεινόμενο European Emergency Response Framework φιλοδοξεί να προσφέρει στα κράτη-μέλη ταχύτερη επιχειρησιακή αντίδραση και ανταλλαγή πληροφοριών. Ωστόσο, η ελληνική κυβέρνηση έχει θέσει στο τραπέζι του Συμβουλίου Εσωτερικών Υποθέσεων ένα πολύ πιο σκληρό ζήτημα: τη δυνατότητα λήψης έκτακτων μέτρων που θα περιλαμβάνουν ακόμη και την προσωρινή αναστολή των διαδικασιών ασύλου σε περιόδους μαζικών και αιφνίδιων ροών.
Η νομική επίκληση του Άρθρου 72 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, το οποίο κατοχυρώνει την ευθύνη των κρατών για τη διατήρηση της δημόσιας τάξης και την προστασία της εσωτερικής ασφάλειας, αποτελεί το ισχυρότερο χαρτί της Αθήνας. Το γεγονός ότι η Κομισιόν διευκρινίζει πως ο νέος μηχανισμός δεν θα θίγει τις εθνικές νομοθεσίες έκτακτης ανάγκης ανοίγει ένα παράθυρο, αλλά δεν επιλύει το πρόβλημα. Όσο η Ευρώπη αποφεύγει να θεσμοθετήσει ρητά έναν τέτοιο μηχανισμό άμυνας, η Ελλάδα παραμένει έκθετη σε νομικές προσφυγές και πολιτικές πιέσεις, την ώρα που καλείται να υπερασπιστεί τα εξωτερικά σύνορα ολόκληρης της ηπείρου.
Η χίμαιρα των «ReturnHubs» και η παγίδα του 32%
Εξίσου αποκαλυπτική για τα ευρωπαϊκά αδιέξοδα είναι η συζήτηση για τα περιβόητα «κέντρα επιστροφών» σε τρίτες χώρες (returnhubs). Η συμμετοχή της Ελλάδας στην ομάδα των πέντε χωρών, μαζί με τη Γερμανία, την Αυστρία, τη Δανία και την Ολλανδία, που εξετάζουν συμφωνίες με χώρες όπως η Ρουάντα και η Ουγκάντα, δείχνει την απόγνωση των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων απέναντι στην πλήρη αποτυχία της πολιτικής επιστροφών.
Όταν τα επίσημα στοιχεία δείχνουν ότι το συνολικό ποσοστό επιστροφών στην Ευρωπαϊκή Ένωση παραμένει καθηλωμένο στο θλιβερό 32%, γίνεται αντιληπτό ότι το υφιστάμενο σύστημα είναι δομικά δυσλειτουργικό. Επτά στους δέκα μετανάστες που εισέρχονται παράτυπα και δεν δικαιούνται διεθνή προστασία παραμένουν εντός ευρωπαϊκού εδάφους. Η συζήτηση για κέντρα στην Αφρική που «ίσως λειτουργήσουν εντός του 2027» δεν απαντά στο πρόβλημα των 750 ανθρώπων που βρίσκονται σήμερα στην πρώην ΑΓΡΕΞ, ούτε στις βάρκες που εντοπίζονται ανοιχτά των Καλών Λιμένων και της Γαύδου.
Η περαιτέρω ενίσχυση της Frontex με μόνιμο προσωπικό, ευρωπαϊκή εφεδρεία φυλάκων και δύναμη ταχείας αντίδρασης είναι αναμφίβολα ένα θετικό βήμα, όμως η Frontex δεν μπορεί να υποκαταστήσει την έλλειψη πολιτικής βούλησης για πραγματικές, υποχρεωτικές επιστροφές και άμεση εφαρμογή διμερών συμφωνιών επανεισδοχής με τις χώρες προέλευσης.
Η Κρήτη δε μπορεί να πληρώνει το τίμημα
Η Κρήτη δεν μπορεί να γίνει το τίμημα ενός ευρωπαϊκού συμβιβασμού. Η γεωγραφική της θέση δεν είναι κατάρα, αλλά στρατηγικό πλεονέκτημα που απαιτεί σοβαρή εθνική και ευρωπαϊκή θωράκιση. Όταν οι Βρυξέλλες αναγνωρίζουν ότι το νησί βρίσκεται στο επίκεντρο των εξελίξεων, αυτή η αναγνώριση πρέπει να μεταφραστεί σε άμεσα, χειροπιαστά μέτρα: συνεχείς περιπολίες του Λιμενικού και ευρωπαϊκών σκαφών ανοιχτά της Λιβύης, άμεση μεταφορά κάθε νεοεισερχόμενου εκτός Κρήτης εντός 48 ωρών και απόλυτη στήριξη της τοπικής κοινωνίας του Λασιθίου και της νότιας Κρήτης.
Όσο οι λύσεις αναβάλλονται για το 2027 και εξαντλούνται σε γραφειοκρατικά παραρτήματα, τόσο η πραγματικότητα στην Ιεράπετρα θα υπενθυμίζει ότι η πολιτική κρίνεται στο πεδίο, και στο πεδίο αυτό, η αντοχή της Κρήτης έχει ήδη δοκιμαστεί υπερβολικά.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ
Από τη στήλη ΙΧΝΗΛΑΣΙΕΣ της έντυπης έκδοσης της ΑΝΑΤΟΛΗΣ






































































































