Ακούμε διαρκώς, ειδικά τα τελευταία χρόνια εδώ στην Κρήτη, με την ατμομηχανή του τουρισμού να ζητά συνεχώς «καύσιμη ύλη», ότι η αγορά εργασίας «δεν βρίσκει τα κατάλληλα χέρια». Ότι οι νέοι μας υστερούν σε δεξιότητες, ότι το εκπαιδευτικό μας σύστημα είναι αποκομμένο από την παραγωγή και ότι οι εργαζόμενοι δεν προσαρμόζονται στις ανάγκες της εποχής.
Η πρόσφατη, εκτεταμένη πανελλαδική έρευνα του ΙΝΕ ΓΣΕΕ, η οποία διεξήχθη σε δείγμα 6.000 εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα, έρχεται ωστόσο να αναποδογυρίσει πλήρως αυτό το βολικό αφήγημα. Μας φέρνει αντιμέτωπους με μια σκληρή πραγματικότητα. Το πρόβλημα δεν είναι ότι οι εργαζόμενοι δεν έχουν προσόντα, αλλά ότι η ίδια η αγορά εργασίας αδυνατεί, ή ίσως και να μη θέλει, να τα αξιοποιήσει.
Δεν υπάρχει ανεπάρκεια
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά και καταρρίπτουν με κρότο τον μύθο της επαγγελματικής «ανεπάρκειας». Σχεδόν εννέα στους δέκα εργαζομένους, ένα συντριπτικό 88,8%, δηλώνουν ότι ανταποκρίνονται σε πολύ μεγάλο ή μεγάλο βαθμό στις απαιτήσεις της θέσης τους. Αντίθετα, μόλις ένα ελάχιστο 3,6% θεωρεί ότι διαθέτει χαμηλότερο επίπεδο δεξιοτήτων από αυτό που απαιτεί η θέση του. Μάλιστα, ακόμα και σε αυτή τη μικρή μειοψηφία, η υστέρηση δεν οφείλεται σε ατομική αδιαφορία· σχεδόν οι μισοί (47,9%) το αποδίδουν στην περιορισμένη εργασιακή τους εμπειρία, το 18,3% στην έλλειψη κατάλληλων προγραμμάτων εκπαίδευσης, και ένα 10,8% στις ραγδαίες τεχνολογικές μεταβολές που δεν τους αφήνουν χρόνο προσαρμογής. Αντί, λοιπόν, να κουνάμε μονίμως το δάχτυλο στο ανθρώπινο δυναμικό, ίσως έχει έρθει η ώρα να κοιτάξουμε τον καθρέφτη του παραγωγικού μας μοντέλου.
Η παγίδα της ετεροαπασχόλησης, η νεολαία και η επισφάλεια
Περισσότεροι από τέσσερις στους δέκα εργαζομένους (42,6%) παραδέχονται ανοιχτά ότι οι σπουδές τους σχετίζονται ελάχιστα έως καθόλου με αυτό που κάνουν καθημερινά για να βγάλουν τα προς το ζην. Το ρήγμα αυτό βαθαίνει δραματικά όταν κοιτάξουμε τις νεότερες γενιές και τις ελαστικές σχέσεις εργασίας. Στις ηλικίες 16-24 ετών, το ποσοστό όσων απασχολούνται σε αντικείμενο άσχετο με τις σπουδές τους εκτοξεύεται στο 60,4%.
Αντίστοιχα απογοητευτική είναι η εικόνα στις επισφαλείς μορφές εργασίας. Το 72,9% όσων εργάζονται εκ περιτροπής και το 66,2% όσων βρίσκονται σε καθεστώς μερικής απασχόλησης (το άθροισμα του 52,7% και 13,5% της έρευνας) έχουν κυριολεκτικά αφήσει τα πτυχία τους στο συρτάρι. Όσο πιο ασταθής είναι η εργασία, τόσο περισσότερο απαξιώνονται τα προσόντα.
Η αγορά μας δεν πάσχει από έλλειψη δεξιοτήτων, αλλά υποφέρει από την υποτίμησή τους. Σχεδόν τρεις στους δέκα εργαζομένους (29%) είναι ξεκάθαρα υπερ-εκπαιδευμένοι για τη θέση που κατέχουν. Γιατί συμβιβάζονται; Όχι από επιλογή, αλλά από ωμή βιοποριστική ανάγκη. Το 39% αυτών των ανθρώπων πήραν τη δουλειά γιατί έπρεπε να επιβιώσουν άμεσα, το 20,8% αναζήτησε λίγη εργασιακή σταθερότητα, ενώ ένα 20,4% απλώς βρέθηκε μπροστά σε κλειστές πόρτες στον κλάδο εξειδίκευσής του. Αυτή η συστημική αναντιστοιχία γεννά βαθιά απογοήτευση. Το 16,1% των εργαζομένων σκέφτεται συχνά ή πολύ συχνά να εγκαταλείψει το επάγγελμα ή τη θέση του ακριβώς λόγω αυτής της ασυμφωνίας δεξιοτήτων, παρότι η πλειονότητα (64,1%) δηλώνει πως δεν το σκέφτεται σπάνια ή ποτέ.
Τυπική εκπαίδευση vs Σεμινάρια: Τι πραγματικά δουλεύει;
Συχνά ακούμε ότι το τυπικό εκπαιδευτικό σύστημα έχει αποτύχει και ότι η λύση κρύβεται στη λεγόμενη «μη τυπική μάθηση» – κοινώς, στα αμέτρητα σεμινάρια. Οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, όμως, διαφωνούν. Τα τρία τέταρτα σχεδόν, το 75,3%, δηλώνουν ότι αξιοποιούν σε μεγάλο ή μέτριο βαθμό τις γνώσεις που απέκτησαν μέσω της τυπικής τους εκπαίδευσης (Λύκειο, ΑΕΙ, ΤΕΙ). Σχεδόν ίδιο είναι το ποσοστό (74,7%) αυτών που στηρίζονται στην πολύτιμη προηγούμενη εργασιακή τους εμπειρία.
Αντίθετα, η μη τυπική εκπαίδευση (σεμινάρια και προγράμματα κατάρτισης) εμφανίζει πολύ χαμηλότερο βαθμό χρησιμότητας. Μόλις το 55,1% αξιοποιεί ουσιαστικά αυτές τις γνώσεις , ενώ περίπου τρεις στους δέκα (30,5%) παραδέχονται ότι τα σεμινάρια που παρακολούθησαν τους φάνηκαν ελάχιστα χρήσιμα στην πράξη. Αυτό το εύρημα εγείρει σοβαρά ερωτήματα για την ποιότητα, τον σχεδιασμό και τη στόχευση των πολυδιαφημισμένων και συχνά αδρά επιδοτούμενων προγραμμάτων επανακατάρτισης (reskilling). Οι εργαζόμενοι ξέρουν πολύ καλά τι χρειάζονται: το 48,6% ζητά ψηφιακές δεξιότητες, το 27,9% κοινωνικο-συναισθηματικές και το 24,2% γνωστικές δεξιότητες. Όμως, το σύστημα συνήθως τους προσφέρει προκάτ λύσεις αμφίβολης αξίας.
Το βαθύ ταξικό πρόσημο της κατάρτισης
Η δημόσια συζήτηση για τη «Διά Βίου Μάθηση» καταλήγει εν πολλοίς κενό γράμμα. Πώς αλλιώς να μεταφραστεί το γεγονός ότι σχεδόν τρία τέταρτα των εργαζομένων (74,5%) δεν παρακολούθησαν κανένα απολύτως πρόγραμμα κατάρτισης τον τελευταίο χρόνο; Το πιο ανησυχητικό, ωστόσο, δεν είναι το μικρό ποσοστό συμμετοχής (25,5%), αλλά το ποιοι τελικά εκπαιδεύονται. Η πρόσβαση στη γνώση αποδεικνύεται βαθιά ταξική.
Σε επίπεδο εκπαίδευσης: Το 41,4% των κατόχων μεταπτυχιακού επιμορφώνεται, όπως και το 35,1% των διδακτόρων. Στον αντίποδα, μόλις το 10,5% των αποφοίτων Γυμνασίου και το 12,3% των αποφοίτων Δημοτικού έχουν αντίστοιχη ευκαιρία.
Σε επίπεδο εισοδήματος: Στα μισθολογικά «ρετιρέ» των 1.501-2.000 ευρώ, το 35,2% έχει πρόσβαση σε κατάρτιση (και 50% για όσους βγάζουν άνω των 3.001 ευρώ). Αντίθετα, στους χαμηλόμισθους των 251-500 ευρώ, το ποσοστό καταβαραθρώνεται στο 19,8%.
Η κατάρτιση, αντί να λειτουργεί ως ανελκυστήρας κοινωνικής κινητικότητας και μηχανισμός άμβλυνσης των ανισοτήτων, λειτουργεί τελικά ως πολλαπλασιαστής προνομίων. Όποιος έχει ήδη υψηλά προσόντα και καλό μισθό, αποκτά ακόμη περισσότερα. Ο ανειδίκευτος και ο φτωχός μένουν στο περιθώριο.
Και ποιος πληρώνει τον λογαριασμό; Για όσους στάθηκαν τυχεροί και καταρτίστηκαν, το 41,5% ανέφερε ότι η δαπάνη καλύφθηκε από τον εργοδότη. Όμως, ένα τεράστιο ποσοστό της τάξης του 25,2% αναγκάστηκε να βάλει το χέρι στην τσέπη και να πληρώσει ο ίδιος για την επαγγελματική του εξέλιξη, ενώ το 32% κάλυψε το κόστος μέσω τρίτων φορέων ή δωρεάν προγραμμάτων.
Αυτή η ανισότητα καθρεφτίζεται έντονα και στην επιχειρηματική δομή, κάτι που γνωρίζουμε πολύ καλά στην τοπική οικονομία. Στις πολύ μικρές επιχειρήσεις (1-9 άτομα) –που αποτελούν τη ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας– μόνο το 46,2% υποστηρίζει έμπρακτα τη συνεχή κατάρτιση. Αντίθετα, στις μεγάλες επιχειρήσεις (άνω των 250 εργαζομένων), το ποσοστό σκαρφαλώνει στο 69,8%.
Η ψευδαίσθηση της τεχνολογικής ασφάλειας
Μέσα σε αυτό το θολό τοπίο, ένα στοιχείο της έρευνας αξίζει ιδιαίτερης προσοχής: η στάση του εργατικού δυναμικού απέναντι στην επέλαση της τεχνητής νοημοσύνης και την ψηφιακή μετάβαση. Παρά τον δημόσιο διάλογο, μόλις το 24,1% θεωρεί πολύ ή αρκετά πιθανό οι γνώσεις του να καταστούν παρωχημένες την επόμενη πενταετία. Η συντριπτική πλειονότητα, αγγίζοντας το 46,6%, νιώθει ελάχιστα έως καθόλου απειλούμενη. Αυτή η έλλειψη αίσθησης του κατεπείγοντος, αυτή η ψευδαίσθηση ασφάλειας, ίσως αποδειχθεί η αχίλλειος πτέρνα μας σε μια εποχή που η τεχνολογία ξαναγράφει βίαια τους κανόνες της εργασίας.
Ώρα για παραγωγική ανασυγκρότηση, όχι για ατομική ενοχοποίηση
Τι μας λένε, τελικά, όλα αυτά τα εκατοντάδες νούμερα της έρευνας του ΙΝΕ ΓΣΕΕ; Μας φωνάζουν ότι είναι βαθιά υποκριτικό, άδικο και αναποτελεσματικό να μεταθέτουμε την ευθύνη αποκλειστικά στους ώμους του μεμονωμένου εργαζόμενου.
Είναι κοντόφθαλμο να τον βομβαρδίζουμε με επιδοτούμενα σεμινάρια αμφίβολης ποιότητας, απαιτώντας από αυτόν να γίνει διαρκώς πιο «ευέλικτος» και «προσαρμοστικός», όταν το ίδιο το σύστημα αδυνατεί να τον απορροφήσει δημιουργικά.
Οι Έλληνες εργαζόμενοι διαθέτουν σημαντικό απόθεμα γνώσεων. Το 88,8% τα καταφέρνει περίφημα στη δουλειά του. Αυτό που λείπει τραγικά είναι οι ποιοτικές θέσεις εργασίας που θα τους επιτρέψουν να ξεδιπλώσουν αυτά τα προσόντα. Δεν μπορείς να μιλάς σοβαρά για «εθνική στρατηγική αναβάθμισης δεξιοτήτων» όταν το παραγωγικό σου μοντέλο επιμένει να παράγει μαζικά κακοπληρωμένες, επισφαλείς θέσεις χαμηλής εξειδίκευσης σε υπηρεσίες εφήμερης κατανάλωσης.
Η όποια πολιτική δεξιοτήτων αποκτά ουσιαστικό νόημα μόνο αν συνδεθεί οργανικά με μια μακρόπνοη παραγωγική ανασυγκρότηση της οικονομίας μας.
Χρειαζόμαστε έναν νέο σχεδιασμό που θα δημιουργεί θέσεις εργασίας με προοπτική εξέλιξης, καλύτερους μισθούς και ανθρώπινους όρους απασχόλησης. Μέχρι να το καταλάβουμε αυτό, το μόνο που θα κάνουμε είναι να παράγουμε υπερ-εκπαιδευμένους υπαλλήλους, εκπαιδεύοντάς τους για να σερβίρουν απλώς καλύτερα, κρατώντας τα ακριβοπληρωμένα πτυχία τους κορνιζαρισμένα και σκονισμένα στον τοίχο.
Ασφαλώς, οφείλουμε να είμαστε επιφυλακτικοί στους μεγαλοιδεατισμούς και στις εύπεπτες λύσεις πολιτικής κατανάλωσης. Αν όμως μας ενδιαφέρει και στο ελάχιστο να στηρίξουμε τον τόπο και τις κοινωνίες μας, δεν μπορούμε να συνεχίσουμε με αυτόν τον τρόπο. Γιατί σίγουρα, δεν είναι στραβός ο γιαλός, αλλά στραβά αρμενίζουμε.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ
- Από τη στήλη ΙΧΝΗΛΑΣΙΕΣ της έντυπης έκδοσης της ΑΝΑΤΟΛΗΣ




































































































