Αγαπητές αναγνώστριες και αγαπητοί αναγνώστες της ΑΝΑΤΟΛΗΣ, αν κάνουμε μια βόλτα στην πλατεία του Αγίου Νικολάου ή στα καφενεία των χωριών του Μεραμπέλλου, της Σητείας και της Ιεράπετρας, το θέμα συζήτησης είναι σχεδόν πάντα το ίδιο: η ακρίβεια, οι λογαριασμοί και η σύνταξη που «εξατμίζεται» το πρώτο δεκαπενθήμερο του μήνα.
Η δημογραφική μετάβαση και η γήρανση του πληθυσμού αποτελούν τη μεγαλύτερη κοινωνικοοικονομική πρόκληση του 21ου αιώνα για την Ευρωπαϊκή Ένωση. Σε ένα περιβάλλον όπου το προσδόκιμο ζωής ανεβαίνει και οι γεννήσεις παραμένουν σε ιστορικά χαμηλά, η διασφάλιση αξιοπρεπών συνθηκών για τους ηλικιωμένους εξελίσσεται σε ένα δυσεπίλυτο πρόβλημα, όπως αναλύει η έκθεση για την επάρκεια των συντάξεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.
Στην Ευρώπη, ο πληθυσμός άνω των 65 ετών αποτελεί πλέον περισσότερο από το 22% του συνολικού πληθυσμού. Στην Ελλάδα, ωστόσο, το πρόβλημα παίρνει δραματικές διαστάσεις. Σε κάποιες απομονωμένες περιφέρειες της χώρας, όπως η Ευρυτανία, ο δείκτης εξάρτησης ηλικιωμένων εκτοξεύεται στο ασύλληπτο 78,3%, δείχνοντας την πλήρη ανατροπή της ηλικιακής πυραμίδας. Ας δούμε όμως, με απλά λόγια και μακριά από ακαταλαβίστικους οικονομικούς όρους, τι ακριβώς συμβαίνει με τις δικές μας συντάξεις σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ευρώπη.
Ο μύθος των…
«γενναιόδωρων»
συντάξεων
Συχνά ακούμε από ξένα μέσα ενημέρωσης και διαβάζουμε σε διεθνείς εκθέσεις του ΟΟΣΑ ή της Eurostat, ότι το ελληνικό συνταξιοδοτικό σύστημα είναι… υπερβολικά «γενναιόδωρο». Πού στηρίζουν αυτόν τον ισχυρισμό; Στον λεγόμενο δείκτη αναπλήρωσης, ο οποίος μετράει τι ποσοστό του τελευταίου μας μισθού παίρνουμε ως σύνταξη. Στην Ευρώπη, ο μέσος όρος είναι γύρω στο 57% με 62%. Στην Ελλάδα, τα στατιστικά δείχνουν ότι η καθαρή σύνταξη αγγίζει ή και ξεπερνά το 80% με 90% του μισθού μας.
Διαβάζοντας μόνο αυτόν τον αριθμό, κάποιος γραφειοκράτης στον ευρωπαϊκό Βορρά θα μπορούσε να σκεφτεί ότι οι Έλληνες συνταξιούχοι ζουν πλουσιοπάροχα. Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι μια τεράστια στατιστική οφθαλμαπάτη. Και αυτό γιατί ξεχνούν να κοιτάξουν τον ίδιο τον μισθό. Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν πρόσφατα, ο μέσος ετήσιος μισθός στην Ελλάδα είναι περίπου 18.000 ευρώ, την ώρα που ο ευρωπαϊκός μέσος όρος αγγίζει σχεδόν τα 40.000 ευρώ (μια χαώδης διαφορά 21.800 ευρώ).
Η πραγματικότητα
των αριθμών
Όταν, λοιπόν, ο μισθός της εργασίας σου μόλις που καλύπτει τις βασικές ανάγκες, το να παίρνεις το 80% αυτού ως σύνταξη δεν σε κάνει πλούσιο. Απλώς εγγυάται μια σύνταξη στα όρια ή κάτω από τα όρια της φτώχειας. Είναι χαρακτηριστικό ότι το μέσο ετήσιο εισόδημα ενός Ευρωπαίου συνταξιούχου είναι γύρω στα 15.428 ευρώ, με τεράστιες όμως αποκλίσεις, καθώς στο Λουξεμβούργο ξεπερνά τα 30.000 ευρώ, ενώ στη χώρα μας τα πραγματικά εισοδήματα συρρικνώθηκαν δραματικά μετά από αλλεπάλληλες μνημονιακές περικοπές και νόμους όπως ο νόμος Κατρούγκαλου.
Ο εφιάλτης του πληθωρισμού
και η «προσωπική διαφορά»
Αν ρωτήσετε έναν συνταξιούχο στο Λασίθι σήμερα ποιος είναι ο μεγαλύτερος εχθρός του, η απάντηση θα είναι άμεση: το ράφι του σούπερ μάρκετ. Ο επίμονος πληθωρισμός έχει κατασπαράξει την αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών. Όπως επισημάνθηκε στο ελληνικό κοινοβούλιο, την ώρα που ο σωρευτικός πληθωρισμός στη χώρα μας (ειδικά στα τρόφιμα) άγγιξε το 19,8%, οι ονομαστικές αυξήσεις στις συντάξεις δεν ξεπέρασαν το 16,4%. Έτσι, η Ελλάδα βρέθηκε στην τελευταία θέση της αγοραστικής δύναμης, μαζί με τη Βουλγαρία, ανάμεσα στις 27 χώρες της Ε.Ε.
Το μαρτύριο όμως δεν σταματά εδώ για 671.000 συνταξιούχους, οι οποίοι παραμένουν όμηροι της περίφημης «προσωπικής διαφοράς» του Νόμου 4387/2016. Αυτοί οι άνθρωποι στερούνται τις ετήσιες αυξήσεις, καθώς τα ποσά αυτά απλώς «ροκανίζουν» το λογιστικό υπόλοιπο της διαφοράς τους. Αναμένεται ότι θα δουν πραγματικό χρήμα στην τσέπη τους (έως και 560 ευρώ ετησίως) μόνο μετά το 2027, έχοντας υπομείνει όλη τη σαρωτική ακρίβεια αυτής της δεκαετίας χωρίς καμία απολύτως στήριξη.
Όταν η υγεία
και η στέγαση
γίνονται πολυτέλεια
Η φτώχεια δεν μετριέται μόνο με το πορτοφόλι, αλλά και με το δικαίωμα στην υγεία. Και εδώ, τα στοιχεία της Eurostat για το 2024 και το 2025 προκαλούν θλίψη. Το 13,4% του πληθυσμού στην Ελλάδα δήλωσε ότι δεν μπόρεσε να λάβει την ιατρική περίθαλψη που είχε ανάγκη, σημειώνοντας ένα από τα χειρότερα ρεκόρ στην Ευρώπη, όπου ο μέσος όρος είναι μόλις 3,8% (και στην Κύπρο 0,2%). Οι λόγοι; Οι τεράστιες λίστες αναμονής στα δημόσια νοσοκομεία και η αδυναμία πληρωμής («πολύ ακριβά»). Οι ηλικιωμένοι μας, που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη περίθαλψης, αναγκάζονται να βάλουν βαθιά το χέρι στην τσέπη, μειώνοντας κι άλλο την πενιχρή τους σύνταξη.
Θηλιά στο λαιμό ενέργεια και στέγαση
Παράλληλα, το κόστος στέγασης και η ενέργεια αποτελούν θηλιά. Σχεδόν το 29% των νοικοκυριών στην Ελλάδα δαπανά πάνω από το 40% του εισοδήματός του για στέγαση, κατακτώντας μακράν την πρώτη, αρνητική θέση στην Ευρώπη (όπου ο μέσος όρος είναι κάτω του 10%). Ακόμα χειρότερα, το 43% των Ελλήνων ζει με καθυστερήσεις στην πληρωμή ενοικίων και λογαριασμών, τη στιγμή που στην Ευρώπη το ποσοστό είναι μόλις 9%. Το χειμώνα, πολλοί συνταξιούχοι αναγκάζονται να κλείνουν τη θέρμανση για να επιβιώσουν οικονομικά, αυξάνοντας έτσι την ενεργειακή φτώχεια και τις επιπτώσεις στην υγεία τους.
Ο παππούς και η γιαγιά ως το μοναδικό «Κράτος Πρόνοιας»
Μπροστά σε όλα αυτά τα εφιαλτικά στοιχεία, θα περίμενε κανείς ότι οι συνταξιούχοι μας έχουν καταρρεύσει πλήρως. Κι όμως, εδώ κρύβεται το μεγαλύτερο κοινωνικό παράδοξο της Ελλάδας. Ενώ στον Βορρά τα κρατικά επιδόματα μειώνουν την ανισότητα, στην Ελλάδα, το ύστατο καταφύγιο και το μοναδικό «οικογενειακό κράτος πρόνοιας» είναι η σύνταξη του παππού και της γιαγιάς.
Σύμφωνα με μελέτες (όπως του ΙΟΒΕ), αν δεν υπήρχαν οι συντάξεις, ο κίνδυνος φτώχειας στην Ελλάδα θα εκτοξευόταν στο 43,9%. Οι συντάξεις από μόνες τους μειώνουν αυτόν τον κίνδυνο κατά σχεδόν 21 ποσοστιαίες μονάδες. Ρεπορτάζ διεθνών δικτύων, όπως της βρετανικής The Guardian, έχουν αναδείξει πώς οι συνταξιούχοι στην Ελλάδα χρηματοδοτούν τα ενοίκια, το σούπερ μάρκετ και τα φροντιστήρια των άνεργων ή χαμηλόμισθων παιδιών και εγγονιών τους, σώζοντάς τους από τον στεγαστικό βραχνά. Σχεδόν το 45% των συνταξιούχων βρέθηκε να λαμβάνει κάτω από το επίσημο όριο φτώχειας των 665 ευρώ, προσπαθώντας με αυτά τα χρήματα να συντηρήσει ολόκληρες οικογένειες.
Το «Έμφυλο Χάσμα»: Η αδικία εις βάρος των γυναικών
Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στις γυναίκες συνταξιούχους, οι οποίες υφίστανται διπλή αδικία. Στην Ευρώπη, το «έμφυλο χάσμα» στις συντάξεις (η διαφορά δηλαδή στο εισόδημα μεταξύ ανδρών και γυναικών) κυμαίνεται από 25% έως 29%. Στην Ελλάδα το ποσοστό αυτό εμφανίζεται γύρω στο 24,6%.
Μήπως όμως αυτό σημαίνει ότι έχουμε μεγαλύτερη ισότητα; Κάθε άλλο! Εγχώριες αναλύσεις αποδεικνύουν ότι το χάσμα στη χώρα μας δεν έκλεισε επειδή βελτιώθηκαν οι μισθοί των γυναικών, αλλά επειδή τα χρόνια των μνημονίων πετσοκόφτηκαν βάναυσα οι υψηλότερες συντάξεις των ανδρών. Ζήσαμε, δηλαδή, μια «εξίσωση προς τα κάτω». Επιπλέον, πολλές γυναίκες μεγαλύτερης ηλικίας που εργάστηκαν στα οικιακά ή στα χωράφια, εξαρτώνται αποκλειστικά από συντάξεις χηρείας, οι οποίες έπειτα από την πρώτη τριετία υφίστανται δραματικές περικοπές.
Μια κοινωνία που απαιτεί αξιοπρέπεια
Συμπερασματικά, η κοινωνική πραγματικότητα για τη γενιά των απόμαχων της εργασίας είναι σκληρή. Η κατάργηση του ΕΚΑΣ, που άφησε 380.000 χαμηλοσυνταξιούχους απροστάτευτους, οι τιμωρητικές μειώσεις στις αναπηρικές συντάξεις, οι περικοπές στους αγρότες του πρώην ΟΓΑ και οι περιπέτειες με τις “fast-track” συντάξεις που εκδίδονταν με λάθη, πλήγωσαν την αξιοπιστία του κράτους απέναντι στους πολίτες του.
Οι τεχνοκράτες στις Βρυξέλλες, στη Φρανκφούρτη και στο Βερολίνο βλέπουν δείκτες, δημοσιονομικά κενά και προσδόκιμα ζωής. Εμείς εδώ, όμως, βλέπουμε τους ανθρώπους της διπλανής πόρτας.
Οποιαδήποτε μελλοντική πολιτική που θα στοχεύει αποκλειστικά στη μείωση των δαπανών, χωρίς την ταυτόχρονη αύξηση των μισθών των νέων ανθρώπων ώστε να αιμοδοτηθεί το ασφαλιστικό σύστημα, θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη κοινωνική ρήξη. Η Ελλάδα και η Κρήτη δεν έχουν ανάγκη από αριθμούς που ευημερούν στα χαρτιά, αλλά από πολιτικές που θα σεβαστούν τον κόπο και την αξιοπρέπεια των ανθρώπων της.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ
Υ.Γ.
Η σημερινή στήλη γεννήθηκε από την παρότρυνση ενός πιστού αναγνώστη. Ενός ανθρώπου που έχει διανύσει τα δικά του χιλιόμετρα στην εργασία, συνταξιούχου πλέον, αλλά με ενεργό δημόσιο λόγο και σημαντικό ρόλο στην τοπική μας κοινωνία.
Και είχε απόλυτο δίκιο.
Το σημερινό κείμενο, λοιπόν, παίρνει μόνο αφορμή από την παράθεση στατιστικών. Είναι αφιερωμένο εξ ολοκλήρου στους παππούδες και τις γιαγιάδες μας. Σε εκείνους που, με το υστέρημά τους, κράτησαν – και συνεχίζουν να κρατούν, έστω και με δυσκολία – ζωντανή την ελληνική οικογένεια στα δύσκολα χρόνια της κρίσης και της ακρίβειας. Τους οφείλουμε πολλά περισσότερα από αριθμούς. Τους οφείλουμε σεβασμό και αξιοπρέπεια.
Από τη στήλη ΙΧΝΗΛΑΣΙΕΣ της έντυπης έκδοσης της ΑΝΑΤΟΛΗΣ


































































































