Συνέντευξη στο Νίκο Σγουρό
Είναι πολλές φορές που λέξεις, προτάσεις και σημεία στίξης μοιάζουν πολύ φτωχά και «λίγα» για να μπορέσουν όλα μαζί να συνθέσουν ένα κείμενο με ένα ενιαίο, κεντρικό νόημα. Μια από αυτές τις φορές ήταν και όταν προσπάθησα τις προηγούμενες ημέρες να γράψω έναν εισαγωγικό πρόλογο για την συνέντευξη του Διονύση Σαββόπουλου. Πώς να χωρέσεις μέσα σε μερικές γραμμές όλα αυτά που ο σπουδαίος συνθέτης, στιχουργός και ερμηνευτής έχει καταφέρει να καταγράψει στο «κοντέρ» της καλλιτεχνικής διαδρομής του; Τί να πρωτογράψω ή να πρωτοπώ εγώ, άλλωστε, για τον Σαββόπουλο; Για τους στίχους, για την μουσική του, για το καλλιτεχνικό ρεύμα των «Ελλήνων τραγουδοποιών», που δημιούργησε, για τί απ’ όλα… Μιλάμε για τον άνθρωπο που από το 1966 αέναα εμπνέει καλλιτέχνες, ακουμπά ανθρώπινες ψυχές, μεγαλώνει γενιές και γενιές. Αναφερόμαστε στον καλλιτέχνη που έχει τραγουδήσει από ελληνικό ροκ μέχρι λαϊκή μουσική και ρεμπέτικα. Που έχει γράψει, συνθέσει και ερμηνεύσει τα τραγούδια τα δικά του που από μόνα τους αποτελούν μια ιδιαίτερη κατηγορία, μιας πρωτότυπης μουσικής σχολής… Κάνουμε λόγο και για τον άνθρωπο που ποτέ δεν δίστασε να πει τη γνώμη του ακόμη κι αν αυτή ενοχλούσε και πήγαινε κόντρα σε όλους και συγκρουόταν με όλα.
Με έντονο εσωτερικό παλμό στην ψυχή προσπάθησα να γράψω για τον «Νιόνιο» (παίρνω το θάρρος ως παντοτινός θαυμαστής του και τον αποκαλώ έτσι) και κατέληξα, ενόσω σκεφτόμουν, να σιγοτραγουδώ από μέσα μου την «Θαλασσογραφία», τη «Δημοσθένους Λέξις», τον «Άγγελο Εξάγγελο», το θρυλικό «Ζεϊμπέκικο» με την Μπέλλου. Και φυσικά τις ιστορίες με τον «Σταύρο και κυρ Σταύρο», που το ίδιο στωικά αφηγείται στις περισσότερες εμφανίσεις του.
Με τον «κόσμο» του Σαββόπουλου την πρώτη μου γνωριμία την είχα πριν από 16 χρόνια, όταν ο πατέρας μου μού χάρισε την συλλογή των δίσκων του. Σε δύο απογεύματα είχα ακούσει όλα τα CD τραγούδι προς τραγούδι, και κάπως έτσι ξεκίνησε να αναπτύσσεται μέσα μου αυτή η θεωρία θαυμασμού και προσήλωσης στον Σαλονικιό τραγουδοποιό. Και η οποία κάθε φορά που άκουγα ένα τραγούδι ή που τον έβλεπα να τραγουδά ζωντανά, γιγαντωνόταν ολοένα και περισσότερο. Γιατί κάθε φορά, ο Σαββόπουλος στα μάτια μου φαινόταν καλύτερος, πιο νέος και πιο ορεξάτος. Γιατί πάνω απ’ όλα ο Σαββόπουλος γι’ αυτό είναι ξεχωριστός: για τον τρόπο που πάντα μπορούσε να επικοινωνεί με το κοινό. Μπορούσε να του «μιλά», να το κάνει να τον ακούει με σεβασμό, με προσήλωση, πέρα από τον σεβασμό που ούτως ή άλλως αποπνέουν η μορφή και τα τραγούδια του. Καλλιτέχνης απ’ τους ελάχιστους και ρήτορας από τους λίγους.
Λίγο πριν εμφανιστεί στην πλαζ του ΕΟΤ το Σάββατο στις 9.30 το βράδυ – μαζί με τον Γιώτη Κιουρτσόγλου στο μπάσο, τον Βαγγέλη Καρίπη στα κρουστά και τον Στάθη Αννίνο στο πιάνο – ο Διονύσης Σαββόπουλος μιλά στην ΑΝΑΤΟΛΗ για τους σταθμούς της πορείας του, την οπτική του για τη ζωή, χωρίς να παραλείψει να εκφράσει την αγάπη και το θαυμασμό του για τις ομορφιές της Κρήτης και του Αγίου Νικολάου τον οποίο και χαρακτηρίζει «διαυγή και πολύ καθαρό».
ΑΝΑΤΟΛΗ: Μετά από αρκετά χρόνια έρχεστε για συναυλία στο Νομό Λασιθίου. Γενικώς τί νιώθετε, ποιές εικόνες «ζωγραφίζονται» ενσυνείδητα στο μυαλό σας, όταν ακούτε για την Κρήτη; Έχετε «δεσμούς», εσωτερικές ωσμώσεις με τη Μεγαλόνησο;
Διονύσης Σαββόπουλος: Οι δυο μεγάλοι της τέχνης μας του τραγουδιού είναι απ’ την Κρήτη. Ο Χατζιδάκις και ο Θεοδωράκης. Αλλά και πολλοί άλλοι πιο κοντά στην δική μου σειρά. Ο Μαρκόπουλος, ο Λεοντής, ο Μαμαγκάκης. Πολλά οφείλουμε στον Μουντάκη. Στην Κρήτη συμβαίνει το εξής μεθυστικό: ενώ είναι άλλο το Λασίθι, άλλο το Ηράκλειο ή τα Χανιά κ.λ.π. είναι πάντα Κρήτη. Ενώ ανήκουν στην Κρήτη διατηρούν την ιδιοπροσωπία τους και μου θυμίζουν την δική μου ανάγκη να ανήκω κάπου, αλλά να μην χάσω τα χούγια μου και την ιδιοπροσωπία μου. Είναι θαυμάσια η Κρήτη, αν και Σαλονικιός μερακλής στο φαγητό πρέπει να ομολογήσω ότι η κρητική κουζίνα έχει φύγει πολύ μπροστά. Με το που κάθεσαι σου σερβίρουν τριγωνικό μυζηθροπιτάκι με μέλι και μια διαυγέστατη ρακή. Άσε δε τί ακολουθεί. Να ’στε καλά να ’ρχόμαστε.
Α: Ο Δ. Σαββόπουλος του «Φορτηγού» με τον Δ. Σαββόπουλο του σήμερα, έχουν ακόμη κοινά σημεία, κοινούς τόπους συνάντησης και προσλήψεων; Γενικώς, πιστεύετε πως οι άνθρωποι αλλάζουν μέσα στον χρόνο ή παραμένουν ίδιοι γύρω από μια σταθερά και απλώς προσαρμόζονται, συνηθίζουν, αυτο-μεταβάλλονται και τροποποιούν συμπεριφορές, σκέψεις, «πιστεύω», με βάση τις αλλαγές γύρω μας – στην κοινωνία, στην Πολιτεία, στο κράτος, σ’ αυτούς που έχουν δίπλα τους;
Δ.Σ.: Την εποχή του «Φορτηγού» έπαιζα για την παρέα μου. Όταν ένιωθα ότι ανταποκρίνομαι στις αξίες και στο στυλ της παρέας μου ένιωθα περήφανος. Με τα χρόνια βρέθηκα να παίζω για το εθνικό ακροατήριο. Και αυτό μια μεγάλη παρέα είναι. Τόσο στην πρώτη όσο και στην δεύτερη περίπτωση σημασία έχει το έργο, αυτό σου δίνει περηφάνια και επιβεβαίωση. Δεν έχει σημασία πόσο αλλάζουμε, αυτό που μένει σταθερό είναι ότι θέλω να ανήκω και να ανταποκρίνομαι στις αξίες του κόσμου μέσα στον οποίο ζω. Και αυτό γίνεται μόνο με την παραγωγή έργου.
Α: Ξέρω ότι είναι δύσκολο να απαντήσετε όμως θα κάνω μια απόπειρα: Από την μακρά και σπουδαία καλλιτεχνική σας πορεία τα τελευταία 53 περίπου χρόνια, σταχυολογείτε κάποια στιγμή, κάποια παράσταση, κάποιο τραγούδι, κάποιο στίχο, ξεχωρίζετε κάποια υπέρμετρα δυνατή εσωτερική στιγμή; Η αναγόρευσή σας σε επίτιμο διδάκτορα του Τμήματος Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του ΑΠΘ αποτελεί μια ξεχωριστή τιμή για εσάς;
Δ.Σ.: Ασφαλώς ήταν ξεχωριστή τιμή, λυπήθηκα που δεν ζούσαν οι γονείς μου και ο αδερφός μου να με δουν με την τήβεννο. Θα ευχαριστιόντουσαν πολύ. Αλλά, αν θέλω να μιλήσω για μια εντελώς ξεχωριστή στιγμή, θα διάλεγα τότε που, ενώ ήμουν φυλακή, ήμουν στην απομόνωση, είχα υποστεί βασανιστήρια, συνέθετα τραγούδια με το μυαλό μου. Το θεωρώ μεγάλη νίκη απέναντι στον ζόφο.
Α: Στον Άγιο Νικόλαο στις 23 του Ιούνη θα μας παίξετε τραγούδια από όλη την μουσική σας διαδρομή ή επιλεγμένα κομμάτια από κάποια συγκεκριμένη περίοδο; Θέλετε να πείτε και δύο λόγια ως «μήνυμα» στον κόσμο του Ν. Λασιθίου και της Κρήτης που ανυπομονεί να σας απολαύσει από κοντά;
Δ.Σ.: Ναι, θα παίξω κομμάτια από όλη μου την διαδρομή, με πλαισιώνουν τρεις δαίμονες: ο Βαγγέλης Καρίπης κρουστά, ο Γιώτης Κιουρτσόγλου μπάσο και ο Στάθης Αννίνος πιάνο. Είναι σπουδαίοι δεξιοτέχνες. Χαίρομαι να παίζω μαζί τους.
Είναι μεγάλη χαρά και αληθινή τιμή για ’μένα να παίξω στον Άγιο Νικόλαο καλεσμένος από τον Δήμο σας. Δεν είχα παίξει έως τώρα. Τον έχω επισκεφθεί φυσικά. Μου κάνει εντύπωση η κομψότητα του μέρους. Έχει κάτι πολύ διαυγές, πολύ καθαρό, πολύ νοικοκυρεμένο. Ελπίζω να είναι έτσι ακόμα. Ευχαριστώ θερμά για την πρόσκληση, ανυπομονώ και εύχομαι καλό καλοκαίρι.

































































































