Η εικόνα της ελληνικής οικονομίας παρουσιάζει μια επίφαση σταθερότητας, ωστόσο η πραγματικότητα που βιώνουν οι εργαζόμενοι και τα νοικοκυριά παραμένει εξαιρετικά δύσκολη. Όπως αναφέρεται σε ρεπορτάζ του Μιχάλη Ατσαλάκη στην ΑΝΑΤΟΛΗ αυτό είναι το βασικό μήνυμα που εκπέμπει η Ετήσια Έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ για το 2026, της οποίας τα συμπεράσματα παρουσίασε ο Πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Λασιθίου και μέλος του Δ.Σ. της ΓΣΕΕ, κ. Μανόλης Πεπόνης.
Όπως υπογραμμίζεται από τον κ. Πεπόνη, η ανάλυση του μακροοικονομικού συστήματος αναδεικνύει μεν μια σχετική σταθεροποίηση, αλλά αυτή δεν συνιστά δομική αλλαγή του παραγωγικού υποδείγματος. Το 2025, η ελληνική οικονομία διατήρησε θετικό ρυθμό μεγέθυνσης, ωστόσο εξακολουθεί να υπολείπεται δυναμικών οικονομιών όπως η Κύπρος και η Ιρλανδία. Το σοβαρότερο πρόβλημα εστιάζει στην αγοραστική δύναμη. Το πραγματικό κατά κεφαλήν ΑΕΠ το 2025 ανήλθε σε 19.400 ευρώ έναντι 34.110 ευρώ στην ΕΕ-27, ενώ σε μονάδες αγοραστικής δύναμης η Ελλάδα βρίσκεται μόλις στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου.
Παράλληλα, η μεγέθυνση στηρίζεται υπερβολικά στην κατανάλωση, η οποία έφτασε το 67,8% του ΑΕΠ το 2025, σε σύγκριση με το 51,2% της ΕΕ-27. Οι καθαρές εξαγωγές επιδεινώθηκαν στο -4,5% του ΑΕΠ, γεγονός που αποδεικνύει την ισχυρή εισαγωγική εξάρτηση της χώρας. Αντίθετα, οι επενδύσεις ανέρχονται στο 16,9% του ΑΕΠ, χαμηλότερα από το ευρωπαϊκό 21,3%, και κατευθύνονται κυρίως σε κατοικίες (18,2%), ενώ την ίδια ώρα οι επενδύσεις σε εξοπλισμό τεχνολογίας μειώθηκαν στο 7,7%. Στο δημοσιονομικό πεδίο, καταγράφεται βελτίωση με τη μείωση του δημόσιου χρέους στο 146,1% το 2025, ωστόσο η Ελλάδα διατηρεί πολύ υψηλό δείκτη χρέους.
Ανεργία
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον για το νησί μας παρουσιάζουν τα στοιχεία για την απασχόληση. Το γενικό ποσοστό βελτιώθηκε στο 64,6% το 2025, όμως παραμένει μακριά από το 71,0% της Ε.Ε. Αξίζει να τονιστεί πως η Κρήτη ξεχωρίζει θετικά, καθώς καταγράφει το υψηλότερο ποσοστό απασχόλησης πανελλαδικά, αγγίζοντας το 68,3%. Παρ’ όλα αυτά, το 55,8% των ανέργων στη χώρα παραμένει εκτός εργασίας για πάνω από 12 μήνες. Η μακροχρόνια ανεργία χτυπά ανελέητα τις γυναίκες (59,2%) και τους αποφοίτους τριτοβάθμιας εκπαίδευσης (56%). Παράλληλα, διευρύνθηκε το κενό απασχόλησης των ατόμων με αναπηρία, το οποίο έφτασε τις 35,9 ποσοστιαίες μονάδες.
Μισθός
Όσον αφορά τα εισοδήματα, η κατάσταση περιγράφεται ως δραματική. Ο μέσος ετήσιος πραγματικός μισθός αυξήθηκε οριακά κατά 0,3% την περίοδο 2019-2025. Σε κλάδους μάλιστα που στηρίζουν την τοπική οικονομία, όπως η εστίαση και ο τουρισμός, το πραγματικό ωρομίσθιο παραμένει 25,3% χαμηλότερο σε σχέση με το 2009. Ταυτόχρονα, οι εργαζόμενοι βιώνουν ακραία εντατικοποίηση, καθώς στο λιανεμπόριο εργάζονται 42,3 ώρες την εβδομάδα, στη μεταποίηση 41,7 ώρες, και στον πρωτογενή τομέα 47,1 ώρες.
Κίνδυνος φτώχειας
Τέλος, η κοινωνική βιωσιμότητα κλονίζεται βαθιά. Ο κίνδυνος φτώχειας φτάνει το 24,2% στους νέους 18-24 ετών και το 17,5% στην παραγωγική ηλικία 25-54 ετών. Η εισοδηματική βάση είναι εξαιρετικά χαμηλή, με το ανώτατο ατομικό εισόδημα για το 1ο τεταρτημόριο στην Ελλάδα να ανέρχεται μόλις σε 8.100 ευρώ, έναντι 16.300 ευρώ στην Ε.Ε.-27. Είναι ενδεικτικό, επίσης, ότι το 34,9% των νοικοκυριών με παιδιά έχει ληξιπρόθεσμες οφειλές σε λογαριασμούς, ποσοστό τετραπλάσιο της Ε.Ε.
Ο κ. Πεπόνης καταλήγει ότι απαιτείται άμεσα μια ριζική στρατηγική που θα περιλαμβάνει ποιοτικές επενδύσεις, ουσιαστικές αυξήσεις πραγματικών μισθών, επέκταση των συλλογικών συμβάσεων και βελτίωση των συνθηκών εργασίας, ώστε να υπάρξει πραγματική κοινωνική ευημερία.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ





































































































