Του Κωνσταντίνου Εμμ. Ματθαιάκη
Τα θανατηφόρα τροχαία δυστυχήματα αποτελούν μία από τις μεγαλύτερες πληγές της ελληνικής κοινωνίας. Παρά την εξέλιξη της τεχνολογίας των οχημάτων, τη βελτίωση του οδικού δικτύου σε αρκετές περιοχές και τη διαρκή ενημέρωση των πολιτών, η χώρα μας εξακολουθεί να θρηνεί εκατοντάδες ανθρώπινες ζωές κάθε χρόνο στην άσφαλτο. Πίσω από κάθε στατιστικό στοιχείο υπάρχει ένας άνθρωπος, μια οικογένεια, μια ιστορία που διακόπηκε βίαια και αναπάντεχα.
Ως δικηγόρος, διαπιστώνω ότι η συζήτηση για τα τροχαία δυστυχήματα ξεκινά συνήθως μετά την τραγωδία. Όταν όμως μια ζωή έχει ήδη χαθεί, το ζητούμενο δεν είναι μόνο η απόδοση ευθυνών, αλλά η κατανόηση των αιτίων που οδηγούν στην επανάληψη των ίδιων λαθών.
Στη δημόσια συζήτηση γίνεται συχνά λόγος για την «κακιά στιγμή». Η πραγματικότητα, όμως, είναι πολύ διαφορετική. Στη συντριπτική πλειονότητα των περιπτώσεων, τα θανατηφόρα τροχαία δεν αποτελούν τυχαία γεγονότα. Είναι αποτέλεσμα παραβίασης κανόνων που έχουν θεσπιστεί ακριβώς για την προστασία της ανθρώπινης ζωής. Η υπερβολική ταχύτητα, η οδήγηση υπό την επήρεια αλκοόλ ή ναρκωτικών ουσιών, η χρήση κινητού τηλεφώνου κατά την οδήγηση, η παραβίαση σηματοδοτών, η μη χρήση ζώνης ασφαλείας ή κράνους και η επιθετική οδηγική συμπεριφορά αποτελούν τις συνηθέστερες αιτίες θανατηφόρων τροχαίων.
Από νομικής πλευράς, κάθε τροχαίο δυστύχημα δημιουργεί ένα πλέγμα ποινικών, αστικών και ασφαλιστικών συνεπειών. Η Πολιτεία καλείται να διερευνήσει τις συνθήκες του δυστυχήματος, να αποδώσει ποινικές ευθύνες όπου αυτές υπάρχουν και να εξασφαλίσει την αποκατάσταση της ζημίας των θυμάτων ή των συγγενών τους μέσω των προβλεπόμενων διαδικασιών.
Ωστόσο, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι η Δικαιοσύνη έχει συγκεκριμένα όρια. Ένα δικαστήριο μπορεί να επιβάλει ποινές. Μπορεί να αναγνωρίσει αποζημιώσεις. Δεν μπορεί, όμως, να αποκαταστήσει τη μεγαλύτερη απώλεια: την ανθρώπινη ζωή. Καμία δικαστική απόφαση δεν μπορεί να επιστρέψει έναν γονέα στο παιδί του ή ένα παιδί στους γονείς του. Για τον λόγο αυτό, η πραγματική μάχη δεν δίνεται μετά το δυστύχημα, αλλά πριν από αυτό.
Εξίσου σημαντικό είναι να αντιληφθούμε ότι η ευθύνη δεν βαραίνει αποκλειστικά τον οδηγό που παραβίασε τον νόμο. Η οδική ασφάλεια αποτελεί συλλογική υποχρέωση. Η Πολιτεία οφείλει να διατηρεί ασφαλές οδικό δίκτυο, να εφαρμόζει αποτελεσματικούς ελέγχους και να επενδύει στην κυκλοφοριακή αγωγή ήδη από τη σχολική ηλικία. Οι αρμόδιες αρχές οφείλουν να επιδεικνύουν συνέπεια στην εφαρμογή της νομοθεσίας, χωρίς εξαιρέσεις και χωρίς ανοχή σε συμπεριφορές που θέτουν σε κίνδυνο ανθρώπινες ζωές.
Παράλληλα, οι ίδιοι οι πολίτες οφείλουν να αντιληφθούν ότι η τήρηση του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας δεν αποτελεί μια τυπική νομική υποχρέωση. Αποτελεί πράξη κοινωνικής ευθύνης και σεβασμού προς τον συνάνθρωπο. Η επιλογή να μειώσει κάποιος ταχύτητα, να φορέσει ζώνη ασφαλείας, να χρησιμοποιήσει κράνος ή να μην οδηγήσει αφού έχει καταναλώσει αλκοόλ δεν προστατεύει μόνο τον ίδιο· προστατεύει και όλους όσοι κινούνται γύρω του.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η διαμόρφωση μιας κουλτούρας ανοχής απέναντι στην επικίνδυνη οδήγηση. Συχνά η υπερβολική ταχύτητα παρουσιάζεται ως ένδειξη ικανότητας, ενώ η παραβίαση των κανόνων αντιμετωπίζεται σχεδόν ως στοιχείο «εξυπνάδας». Αυτή η νοοτροπία είναι βαθιά λανθασμένη. Η οδήγηση δεν αποτελεί πεδίο επίδειξης, αλλά πράξη καθημερινής ευθύνης. Κάθε φορά που κάποιος πιάνει το τιμόνι, κρατά ουσιαστικά στα χέρια του όχι μόνο τη δική του ζωή, αλλά και τη ζωή των συνανθρώπων του.
Η κοινωνία μας οφείλει να σταματήσει να αντιμετωπίζει τα θανατηφόρα τροχαία ως μια αναπόφευκτη πραγματικότητα. Πρόκειται για ένα πρόβλημα που μπορεί να περιοριστεί ουσιαστικά μέσα από την πρόληψη, την εκπαίδευση, την αυστηρή εφαρμογή των νόμων και, κυρίως, την αλλαγή νοοτροπίας.
Η αξία της ανθρώπινης ζωής δεν μπορεί να μετρηθεί ούτε με στατιστικές ούτε με δικαστικές αποφάσεις. Γι’ αυτό και κάθε θανατηφόρο τροχαίο πρέπει να αποτελεί αφορμή όχι μόνο για απόδοση ευθυνών, αλλά και για βαθύτερο προβληματισμό σχετικά με το πώς αντιλαμβανόμαστε την ευθύνη μας ως οδηγοί, ως πολίτες και ως κοινωνία.
Η μεγαλύτερη επιτυχία της Δικαιοσύνης δεν είναι να τιμωρήσει τον υπαίτιο μετά από μια τραγωδία. Είναι να συμβάλει, μέσα από την πρόληψη, την εφαρμογή του νόμου και την καλλιέργεια νομικής συνείδησης, ώστε η τραγωδία αυτή να μην συμβεί ποτέ.
* O Κωνσταντίνος Εμμ. Ματθαιάκης είναι Δικηγόρος παρ’ Αρείω Πάγω & Δικηγόρος – LL.M. στο Δημόσιο Δίκαιο και τη Δημόσια Διοίκηση








































































































