Η ελαιοκαλλιέργεια στην Κρήτη καταρρέει, το εξαιρετικό κρητικό ελαιόλαδο παραμένει χωρίς «ταυτότητα». Η διακίνησή του γίνεται κυρίως χύμα από εμπορικά κυκλώματα που το εκμεταλλεύονται και κερδοσκοπούν, εις βάρος των παραγωγών, εκμεταλλευόμενα την απραξία των άμεσα εμπλεκομένων με την παραγωγή και τη συγκέντρωση ελαιολάδου στο νησί, αλλά και την απουσία κρατικής μέριμνας για το ελληνικό ελαιόλαδο ή περιφερειακής στρατηγικής και δράσης για την προστασία, προβολή και προώθησή του στη διεθνή αγορά ως προϊόντος ανώτερης ποιότητας που παράγει η Κρήτη.
Για τα μείζονα θέματα, με πρώτο την απογοήτευση για την τρέχουσα τιμή του προϊόντος, που απασχολούν φέτος και διαχρονικά τους ελαιοκαλλιεργητές, η ΑΝΑΤΟΛΗ μίλησε με τον κ. Νίκο Μιχελάκη Δρ. γεωπόνο, πρώην διευθυντή του Ινστιτούτου Ελιάς Χανίων και άμισθο επιστ. σύμβουλο του Συνδέσμου Ελαιοκομικών Δήμων Κρήτης.
Άξιοι της τύχης μας!
Όταν φτάνουμε στο 2026 και η ελαιοπαραγωγός Κρήτη με το έξτρα παρθένο κορυφαίας ποιότητας ελαιόλαδο που τόσο αυτάρεσκα ισχυριζόμαστε ότι παράγομε οι Κρητικοί, επαφίεται ακόμη στο κατά πόσον οι Ιταλοί θα εκδηλώσουν ενδιαφέρον να το αγοράσουν χύμα για να το εμφιαλώσουν και να το διαθέσουν με δικές τους ετικέτες στη διεθνή αγορά όπου εξακολουθούν να κυριαρχούν, τότε είμαστε άξιοι της τύχης μας, αναφέραμε στον κ. Μιχελάκη, ζητώντας την άποψή του.
Είπε: «Βάζετε ένα θέμα, που είναι και το σπουδαιότερο! Τo αν το ελαιόλαδο της Κρήτης πρέπει να συνεχίσει να πωλείται χύμα ή να πωλείται επώνυμο, ως κρητικό ελαιόλαδο. Η διαπίστωση είναι γνωστή και την λένε και οι συνεταιριστές μας και οι βουλευτές μας και ‘μεις οι ίδιοι. Το θέμα είναι τι κάνουμε για να ξεφύγουμε απ’ αυτή τη συνθήκη. Δυστυχώς δεν κάνουμε απολύτως τίποτα!
Αυτές τις μέρες, είδαμε να κινητοποιούνται αγρότες και κτηνοτρόφοι… Στην Κρήτη, μπροστά έχουν μπει οι κτηνοτρόφοι. Καλά κάνουν οι άνθρωποι, διεκδικούν να πάρουν περισσότερα χρήματα.
Ακούσατε πουθενά φωνή για το ελαιόλαδο, την ελιά ή τα προβλήματα της ελαιοκαλλιέργειας; Μπορεί να έγιναν κάποιες, ελάχιστες αναφορές, αλλά έτσι δεν πιάνουν τόπο. Και το κύριο πρόβλημα είναι ότι δεν υπάρχει μία πραγματική πολιτική όχι απλά για τυποποίηση, αλλά για τη διάθεση τυποποιημένου ελαιολάδου. Χωρίς τη στρατηγική διάθεσης του προϊόντος στις αγορές, η απλή τυποποίηση δε σημαίνει τίποτα. Ο καθένας μπορεί να πάει σε ένα τυποποιητήριο και να συσκευάζει το λάδι της χρονιάς του σε μπουκάλι, κουτιά με ό,τι ιδιωτική ετικέτα φτιάξει. Το ζήτημα είναι πως θα το πωλήσεις αυτό και κατά βάση στο εξωτερικό, γιατί στην Ελλάδα οι περισσότεροι καταναλώνουν δικής τους παραγωγής ή χύμα. Άρα πρέπει να στοχεύσουμε στο εξωτερικό. Αλλά πως θα πάμε στο εξωτερικό;
Στην Κρήτη 560 ελαιοτριβεία! Όλα τους -ίσως υπάρχουν καμιά 15ριά που δεν το κάνουν- είναι μεσάζοντες πώλησης χύμα ελαιολάδου. Τα 145 περίπου, σύμφωνα με στοιχεία του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, κάνουν και τυποποίηση. Όμως η τυποποίηση από μικρές μονάδες, δεν μπορεί να φτάσει και να τοποθετηθεί στις μεγάλες αγορές των ΗΠΑ, της Ιαπωνίας, της Γερμανίας, της Μ. Βρετανίας κά. Επειδή είναι μικρές, δεν αντέχουν το κόστος των logistics και της προβολής και διαφήμισης που απαιτούνται, γιατί, χωρίς διαφήμιση δουλειά δεν γίνεται. Η διαφήμιση του κάνεις στην τηλεόραση ή τα άλλα ψηφιακά μέσα, σχετίζεται με την ποσότητα που διαφημίζεις γιατί ανάλογος θα είναι ο επιμερισμός του κόστους ανά κιλό».
Φτάνουν τα λόγια!
Ποιός πρέπει να μπει μπροστά. Τί απέγιναν οι κινήσεις για διακίνηση του κρητικού ελαιολάδου με ενιαία «ετικέτα»; Είναι τόσο δύσκολο να συσταθεί ένα Συμβούλιο Ελαιολάδου Κρήτης, να πάρει τις τύχες και την ευθύνη για το προϊόν στα χέρια του, ρωτήσαμε τον σύμβουλο του ΣΕΔΗΚ.
Απάντησε: «Μετά από χρόνια προσπαθειών, το 2025, επιτεύχθηκε με πρωτοβουλία της Περιφέρειας Κρήτης, η εγγραφή του κρητικού ελαιολάδου στο μητρώο Προστατευόμενων Γεωγραφικών Ενδείξεων (ΠΓΕ). Έχουμε όμως παρανοήσει κάποια πράγματα. Και ο Σύνδεσμος Ελαιοκομικών Δήμων Κρήτης ασχολήθηκε πριν μια δεκαετία για την κήρυξη του ελαιολάδου ως ΠΟΠ. Απέτυχε να κηρυχθεί προϊόν ΠΟΠ, παρά τις μάχες που δόθηκαν ως και στο Συμβούλιο της Επικρατείας. Από ‘κει και πέρα, δεν ακούστηκε τίποτα. Αξιοποιήθηκε το γεγονός για προβολή ορισμένων παραγόντων, που αντήλλαξαν συγχαρητήρια για το ΠΓΕ. Αλλά έστω και αυτό το βήμα, έμεινε εδώ.
Το ελαιόλαδο ΠΓΕ ΚΡΗΤΗ έπρεπε να προβληθεί στο εξωτερικό! Το να το λέμε μεταξύ μας δε σημαίνει τίποτα. Όμως, για ό,τι συμβαίνει και για ό,τι δεν γίνεται όπως πρέπει να γίνει, υπάρχει κατ’ αρχήν ευθύνη στους παραγωγούς. Η μεγάλη πλειοψηφία των κρητικών παραγωγών, πλέον είναι μεγάλης ηλικίας. Έχουν παραμεληθεί από το κράτος. Οι επιδοτήσεις που εισέπρατταν οι ελαιοπαραγωγοί έχουν μειωθεί δραματικά. Γι’ αυτό και δεν βγαίνουν οι ελαιοπαραγωγοί να διαμαρτυρηθούν για τις επιδοτήσεις. Να βγουν στους δρόμους για 500- 800 ευρώ και να στήνουν οδοφράγματα; Δεν πάει, δεν τον ενδιαφέρει!
Άρα, το ερώτημα είναι ποιοι θα βγουν μπροστά, αν δεν έχουν συμφέρον. Μία και μοναδική είναι η λύση. Να υπάρχουν ζωντανοί και δραστήριοι Συνεταιρισμοί. Αυτοί μόνο μπορούν τη μικρή ποσότητα που παράγει κάθε παραγωγός να τη συγκεντρώνουν μεγιστοποιώντας τη συνολική ποσότητα που θα έχουν να διαπραγματευτούν προς πώληση με τους εμπόρους. Για να μπουν μπροστά οι Συνεταιρισμοί χρειάζονται υποστήριξη. Είχαμε τις Ενώσεις, οι οποίες έχασαν την αξιοπιστία τους, με το να μην τους ελέγχουμε. Τα ίδια γίνονται τώρα με τον ΟΠΕΚΕΠΕ. Δεν εξομοιώνω καταστάσεις, είναι διαφορετικές, αλλά είναι ζητήματα έλλειψης φροντίδας, επίβλεψης, παρακολούθησης αυτών των οργανώσεων, που τις αφήνουμε μέχρι να βαλτώσουν.
Πρέπει να εκδηλωθεί πολιτική βούληση και γραμμή, για τα βήματα που πρέπει να γίνουν. Απαιτείται εθνική πολιτική ελαιολάδου. Στο αν μπορεί να αναλάβει ένα Συμβούλιο Ελαιολάδου Κρήτης, αν δεν έχει πίσω του πραγματικά ενδιαφερόμενους, είναι δύσκολο. Ένα τέτοιο συμβούλιο εξάλλου είναι και ο ΣΕΔΗΚ. Εχει πίσω του τους Δήμους. Οι δήμοι όμως έχουν τα δικά τους θέματα και προβλήματα και ορισμένες δυνατότητες. Δεν μπορούν να σηκώσουν σημαίες ή να διαμορφώσουν ένα προϋπολογισμό για διαφήμιση του ελαιολάδου. Κάποιοι μεγάλοι Συνεταιρισμοί μπορούν να διαθέσουν ορισμένα χρήματα για να υλοποιηθεί μια τέτοια καμπάνια. Αν όμως ο ένας συνεταιρισμός φοβάται ή υποβλέπει τον άλλον, είναι προβλήματα που πρέπει κάποτε να λυθούν. Αν δε λυθούν, δεν κάνουμε τίποτα!».
ΝΙΚΟΣ ΤΡΑΝΤΑΣ






































































































