Καλοκαίρι 2018, δεύτερο 15ημερο Ιουλίου, όλα έχουν ξεκινήσει πυροσβεστικά καλά, όμως αρχίζει η αντίστροφη μέτρηση. Το Λασίθι στις φλόγες. Σε ένα 24ωρο Σητεία, αμέσως Σελάκανο, Νεάπολη, Σελλινάρι, χιλιάδες στρέμματα, η Κρήτη ανοίγει το χορό για τα καλά, μέχρι που φτάνουμε στις 23 με πρωτοπόρο τα Χανιά, Βρύσες, Κακόπετρο, όλη η Κρήτη στο πόδι. Ξεκινά η δυτική Αττική, Κινέττα, οικισμοί, βαριά βιομηχανία, ένας χαμός, όλη η δύναμη της Πυροσβεστικής στο πόδι. Το επιστέγασμα καινούργια φωτιά και στην ανατολική Αττική, διαμοιρασμός των δυνάμεων, δαιμονισμένος αέρας, υψηλές θερμοκρασίες, ο Θεός βοηθός.
Εδώ θα μου επιτρέψετε να ασχοληθώ λίγο.
Παρθένο πευκοδάσος στις φλόγες, κατεύθυνση προς τους οικισμούς Νέο Βουτζά, Καλιτεχνούπολη, Μάτι. Πρώην παραθεριστικοί οικισμοί και νυν πολυσύχναστα θέρετρα με πολλούς μόνιμους κατοίκους.
Αδηφάγα πύρινη λαίλαπα χίμηξε στο Μάτι, το απόγευμα της Δευτέρας 23 Ιουλίου, ισχυροί άνεμοι από 9 μέχρι και 11 μποφόρ δυτικού στεριανού (στεγνού) αέρα την έσπρωχναν με ορμή να κατασπαράξει τα πάντα.
Οι φλόγες κατάπιναν ό,τι συναντούσαν στο διάβα τους τρέχοντας με ταχύτητα πάνω από 70 χιλ. την ώρα.
Δεν υπάρχει τρόπος να σταματήσει αυτή η συμφορά, κανένα σχέδιο δεν μπορεί να αναχαιτίσει έναν τέτοιο όλεθρο, μια τέτοια επερχόμενη κόλαση.
Πρώτο μέλημα να κοπεί αυτή η λαίλαπα η λεωφόρος Μαραθώνος, πράγμα όπως αποδείχθηκε ανθρωπίνως αδύνατον.
Οι φλόγες πέρασαν πάνω από τα πυροσβεστικά οχήματα στη λεωφόρο και εισχωρούν μαινόμενες στον οικισμό Μάτι.
Όμως το κακό που μας βρήκε δεν δικαιολογεί την απώλεια τόσων ανθρώπινων ζωών.
Τι συνέβη
Εκατοντάδες πολίτες με τα αυτοκίνητα τους προσπάθησαν να εγκαταλείψουν το Μάτι αλλά εγκλωβίστηκαν σε φρικτό μποτιλιάρισμα στους στενούς δρόμους του οικισμού, που ιδρύθηκε ως παραθεριστικός οικισμός το 1960 αλλά στο διάβα του χρόνου πυκνοκατοικήθηκε άναρχα, χωρίς οικιστικό σχέδιο, τυφλούς δρόμους και στενούς που οδηγούν στο πουθενά, χωρίς πυροσβεστικό σχεδιασμό, με τα κτίσματα όχι δίπλα αλλά στην κυριολεξία κάτω από τα πεύκα, με κάποιους επιτηδείους να καρπώνονται πολλά εκατομμύρια και την αγωνία του μέσου Έλληνα για κάποιο φτηνό εξοχικό, όπως και σε πολλά άλλα μέρη της Ελλάδας, στο δε βαριέσαι, και στο ωχ αδερφέ.
Έτσι όταν ήρθε η φωτιά, έγινε παγίδα θανάτου.
Έγινε παγίδα θανάτου διότι δεν μπορούσε να εκκενωθεί, καθώς ολόγυρα των απελπισμένων ανθρώπων υψωνόταν η κόλαση, με τα πεύκα εξαιρετικά εύφλεκτα να αρπάζουν με μιας ως δαδιά, με ολόκληρα σπίτια να γίνονται στάχτη μέσα σε λίγα λεπτά και τα μπλοκαρισμένα αυτοκίνητα να αναφλέγονται, με τα καύσιμα τους στα ντεπόζιτα να ανατινάζονται και να επικρατεί πανικός.
Αλλόφρονες οι κάτοικοι έφευγαν από τα σπίτια τους, οι οδηγοί εγκατέλειπαν τα μποτιλιαρισμένα αυτοκίνητα τους στη μέση του δρόμου, και όλο αυτό το πλήθος αφού δεν μπορούσε να κάνει κάτι άλλο κατευθύνθηκε τρέχοντας προς την ακτή, δηλαδή προς τη μόνη διέξοδο που τους είχε απομείνει για να γλιτώσουν το φρικτό θάνατο μέσα στις φλόγες.
Υπάρχει ακτή;
Οι ακτές είναι προσβάσιμες και ελεύθερες;
Ξενοδοχεία και βίλες τις κλείνουν με μάντρες. Είναι η ανάπτυξη που είχαν ως πρότυπο το 1960 να μην υπάρχει ελεύθερη πρόσβαση στις ακτές (το βλέπουμε και στον τόπο μας).
Έτσι από την μια στιγμή στην άλλη, εκατοντάδες συνάνθρωποι μας βρέθηκαν να δίνουν αγώνα για τις ζωές τους, των παιδιών τους των αγαπημένων τους, πηδώντας πάνω από μάντρες, φράκτες, τρέχοντας μέσα σε αυλές και κήπους για να φτάσουν στη θάλασσα.
Αλλά αυτή η πρόσβαση ήταν εξ αρχής φραγμένη.
Ποια θάλασσα;
Κάτι μικροί κόλποι και βράχια, που κι αυτοί δεν συνεχίζουν ως κάποια ενιαία παραλία αδιάκοπη κατά μήκος της ακτής ώστε αυτοί οι άνθρωποι να μπορούν να κινηθούν προς αυτήν ώστε να απομακρύνονταν, επειδή υπάρχουν βράχια και κτίσματα στην κυριολεξία πάνω στα κύματα, και διακόπτουν την όποια συνέχεια της παραλίας.
Γι’ αυτό και ο εφιάλτης δεν είχε τελειώσει για όσους έφτασαν και μπήκαν στο νερό.
Ο μόνος τρόπος για να σωθούν ήταν να τους πάρουν οι βάρκες. Την ίδια ώρα το θερμικό φορτίο που κατέβαινε από τον οικισμό τους ανάγκαζε να χώνουν τα κεφάλια τους μέσα στο νερό για να μην πάρουν φωτιά οι ίδιοι.
Πυρωμένες λαμαρίνες από αυτοκίνητα και κατασκευές εκτοξεύονταν και τους βομβάρδιζαν καύτρες από καιόμενα δένδρα, ατμόσφαιρα αποπνικτική, συνωστισμός. Πραγματικά εμπόλεμη ζώνη. Βάρκες και σκάφη του Λιμενικού, του Στρατού και του Π.Ν. αλλά και ιδιωτών που συντονίζονταν από το Λιμενικό είχαν σπεύσει ήδη από τις 18:00 για να περισυλλέξουν τους πυρόπληκτους. Όμως οι βάρκες και τα σκάφη δεν μπορούσαν να πλησιάσουν στα ρηχά. Είτε γιατί δεν υπάρχουν παραλίες αλλά βράχια, είτε γιατί ακόμα χειρότερο, τους βαρκάρηδες έκαιγε η φωτιά.
Τα φλεγόμενα 9 μποφόρ είχαν ανάψει την ατμόσφαιρα (το λεγόμενο θερμικό φορτίο) και δεν τους άφηναν να πλησιάσουν πιο κοντά από 50 μέτρα την ακτή.
Οι ταλαιπωρημένοι και φοβισμένοι πολίτες, οι περισσότεροι με εγκαύματα έπρεπε να βουτήξουν στην θάλασσα και να κολυμπήσουν προς τις βάρκες. Τραυματίες, γέροι, παιδιά, γυναίκες μανάδες με μωρά στην αγκαλιά έπεφταν στην θάλασσα για να δώσουν ένα τελευταίο αγώνα με τα κύματα πριν διασωθούν από τις λέμβους που τους περίμεναν. Γονείς με καμένες σάρκες κολυμπούσαν κρατώντας τα παιδιά τους.
Τις πταίει
Λέγεται από τα ΜΜΕ ότι το Μάτι δεν υπάρχει πια. Αλήθεια είναι. Υπάρχει όμως μια ακόμα μεγαλύτερη. Το μάτι (και αυτό είναι ένα παράδειγμα) όπως οικοδομήθηκε, όπως φτιάχτηκε, δεν έπρεπε να υπάρξει ποτέ. Ήταν εξ αρχής ένα λάθος, ένας οικισμός που ξεκίνησε ως παραθεριστικός το 1960 με ανύπαρκτα στάνταρ και που μετά το 2000 πυκνοκατοικήθηκε με όλα τα κακά που αναφέραμε παραπάνω. Όλα αυτά τα χρόνια κανένας δεν σκέφτηκε το εξής: Εάν υπάρξει φωτιά αυτός ο τόπος, ο ανάμεσα στα πεύκα, ο δίχως εξόδους διαφυγής τι θα κάνουμε. Και ναι οι πρώτοι που έπρεπε να το σκεφτούν ήταν οι διαχρονικά διατελέσαντες δήμαρχοι του. Αυτοί που ζούνε στον τόπο και τον γνωρίζουν καλύτερα από τον καθένα.
Προφανώς εκ του τραγικού αποτελέσματος κανένας δεν αναρωτήθηκε τι θα γινόταν αν έπιανε φωτιά το Μάτι. Ή για να είμαστε ακριβείς, εάν μια ημέρα έπιανε φωτιά μέσα στο Μάτι. Γιατί η περιοχή έχει γνωρίσει πολλές φωτιές, ΜΙΑ όμως στάθηκε μοιραία (πολλές φορές πάει το σταμνί στη βρύση …..).
Πεύκο καταραμένο δέντρο
Οι αρχαίοι Ρωμαίοι έλεγαν το πεύκο καταραμένο δέντρο και δεν το επέτρεπαν μέσα σε πόλεις. Γνώριζαν ότι το πεύκο είναι δαδί, εμπρηστικός μηχανισμός, είναι εγγύηση ότι μια μέρα θα μας κάψει. Πώς εμείς οι Νεοέλληνες πειστήκαμε ότι είναι ασφαλές να ζούμε ανάμεσα στα πεύκα και κάτω από αυτά είναι απορίας άξιον.
Όχι ξανά άλλα Μάτια
Σήμερα θρηνούμε δεκάδες νεκρούς. Αδικοχαμένους ανθρώπους. Αφού καταλαγιάσει ο θρήνος, η Εθνική οδύνη για το κακό που μας βρήκε, έχουμε μια υποχρέωση. Να μην υπάρξουν άλλα Μάτια. Ούτε στην Αττική ούτε πουθενά στον τόπο μας. Να μην υπάρξουν ξανά τέτοιες παγίδες θανάτου.
Σε ότι αφορά τα άλλα θέρετρα που υπάρχουν σαν το Μάτι, όσα δηλαδή αναπτύχθηκαν έτσι τις χρυσές δεκαετίες οφείλουμε να τα γκρεμίσουμε και να τα φτιάξουμε ξανά ή να τα διαμορφώσουμε με τέτοιο τρόπο να μην έχουμε άλλη τραγωδία.
Σαν υστερόγραφο ήθελα να αναφερθώ στα πολλά μετόχια του τόπου μας. φτηνές λύσεις σε περιουσίες μας, τις περισσότερες φορές παρατημένα και έχοντας τα μόνο για καμιά παρέα χωρίς καμιά πρόβλεψη, χωρίς υποδομές, χωρίς εξωτερικές αποψιλώσεις και ζωσμένα από αρδευτικά λάστιχα. Ακαθάριστοι εγκαταλελειμμένοι οικοπεδικοί χώροι εντός των οικισμών, σκουπίδια πεταγμένα εδώ κι εκεί.
Βραδυφλεγείς βόμβες εμπρός στα σπίτια μας.
ΜΙΧΑΛΗΣ Ε. ΒΑΣΙΛΑΚΗΣ
Αντ/ρχος
Δ/της ΔΙΠΥΝ Λασιθίου



































































































