Τι γίνεται με τον τουρισμό της επόμενης χρονιάς; Το ερώτημα έχει αρχίσει ήδη να διατυπώνεται από πολλούς εμπλεκόμενους με τον τουρισμό σε διαφορετικά επίπεδα. Από καταστηματάρχες εστίασης και αναψυχής, μέχρι εμπόρους τροφίμων και ποτών, αλλά και ιδιοκτήτες μικρών καταλυμάτων που δεν έχουν άμεση πρόσβαση στην διαχείριση της τουριστικής αγοράς, η αγωνία υπάρχει για την πορεία της τουριστικής σεζόν, που αναμένεται να ξεκινήσει περίπου στα τέλη Απριλίου.
Οι απαντήσεις που αναζητήσαμε σχετίζονται με τις πληροφορίες που έχουν και τελικά τη γνώμη που διαμορφώνουν, άνθρωποι του τουρισμού που διατηρούν επί σειρά ετών θέσεις ευθύνης ή έχουν μακρόχρονη εμπειρία. Είτε ως επαγγελματίες του τουρισμού, είτε ως τουριστικοί πράκτορες, ξενοδόχοι ή και θεσμικοί παράγοντες του τουρισμού. Σε μια έρευνα, χωρίς δηλώσεις, αλλά με επίκεντρο την ουσιαστική πληροφόρηση για τη νέα τουριστική χρονιά. Κοινός παρονομαστής όλων ήταν η γνώση της διεθνούς τουριστικής αγοράς και των συνθηκών που διαμορφώνονται.
Με βάση, λοιπόν, αυτή τη δυνατότητα προσέγγισης της πληροφορίας, το κεντρικό συμπέρασμα που ανακύπτει είναι πως όλοι συμφωνούν ότι η φετινή τουριστική χρονιά έχει ένα κοινό στοιχείο: Την αποφόρτιση του μαζικού τουριστικού κύματος από την κλασική ελληνική αγορά, κυρίως λόγω της Τουρκίας.
Η γειτονική χώρα ξεκίνησε από πέρυσι να επανέρχεται στην «κανονικότητα», με αποτέλεσμα να «ανασάνουν» Ρώσοι και Γερμανοί τουριστικοί πράκτορες. Οι πρώτοι διότι είναι ο καλύτερος, φθηνός και ιδανικός προορισμός για ένα Ρώσο τουρίστα, που θέλει φθηνή πολυτέλεια, Βυζάντιο και αρχαία ελληνική Ιστορία, κάνοντας παράλληλα ηλιοθεραπεία και απολαμβάνοντας πικάντικες λιχουδιές και γεύσεις της ανατολίτικης κουζίνας. Αλλά και οι Γερμανοί, περίπου τα ίδια αναζητούν, με εξαίρεση την μεγάλη προσήλωση των Ρώσων στο ιστορικό, θρησκευτικό και πολιτιστικό υπόβαθρο. Μάλλον, αρκούνται στα υπόλοιπα και στη σχέση ποιότητας- τιμής για το μαζικό τουρισμό που προωθούν οι Γερμανοί πράκτορες. Και για τις δυο παραπάνω χώρες, η Ελλάδα και η Κρήτη είναι η κορωνίδα των τουριστικών προορισμών, αλλά παραμένει ακριβή για τον σχεδιασμό που κάνουν και για τα έσοδα που προσδοκούν.
Την ίδια ώρα, όσο κι αν κινούμαστε στο ρυθμό του Brexit, η κίνηση από την Βρετανία προς τη χώρα μας δεν φαίνεται να αλλάζει σημαντικά. Οι πραγματικές αλλαγές, που θα επηρεάσουν και τον τουρισμό, αργούν. Οι ευπορότεροι των Βρετανών θα συνεχίσουν να έρχονται στην Κρήτη και στην Ελλάδα. Βέβαια, η Αίγυπτος κινείται και πάλι ανοδικά με μεγάλη ταχύτητα, όπως και το Μαρόκο. Κι αυτό δεν θα αφήσει ανεπηρέαστη τη συγκεκριμένη αγορά.
Σε τοπικό επίπεδο
Σε πολύ στενό και τοπικό επίπεδο θα πρέπει να καταγράψουμε την ανησυχία πολύπειρου τουριστικού παράγοντα με θεσμικό ρόλο. Ο συγκεκριμένος επιχειρηματίας διαθέτει βαθιά γνώση των εσωτερικών κανόνων της τουριστικής αγοράς καθώς και μεγάλο δίκτυο συνεργασιών στην Ευρώπη, που του δίνει το δικαίωμα να καθορίζει την καλή πορεία των αφίξεων του, ακόμα και σε δύσκολες περιόδους. Η κρίση του, είθισται να είναι αυστηρή, όπως και τώρα, που καταγράφει υστέρηση στις προκρατήσεις, κάνοντας τις συγκρίσεις με τις αντίστοιχες χρονικές περιόδους της περυσινής χρονιάς. Αυτό πρακτικά σημαίνει μεγαλύτερη αβεβαιότητα για το πού θα κινηθούν οι τουρίστες. Φέτος έχουν περισσότερες επιλογές και δεν βιάζονται να κλείσουν πακέτο διακοπών, εμφανίζοντας μια μείωση προκρατήσεων, που πρέπει να αποτιμηθεί στην πορεία.
Αν και πιο αισιόδοξη η τοποθέτηση έτερου παράγοντα, από τον χώρο των τουριστικών πρακτόρων, δείχνει το ίδιο τελικό συμπέρασμα. Το άνοιγμα των μεγάλων αγορών από τους ανταγωνιστές μας και πάλι, έχει δώσει εμφανή σημάδια υστέρησης για εμάς κατά τη φετινή χρονιά. Αυτό δεν συνεπάγεται ύφεση ή κάποιο σοβαρό πρόβλημα. Αλλά σίγουρα δεν βιώνουμε την περυσινή ευφορία της αντίστοιχης περιόδου, όταν όλοι έλεγαν πως δεν μας φτάνουν οι κλίνες που έχουμε.
Τα παραπάνω αποτελούν μόνο ενδείξεις. Μιας χρονιάς που θέλει προσοχή, ψύχραιμες και σωστές κινήσεις, για να μην προκύψουν χαμηλές τιμές, όπως εκτιμά τουριστικός πράκτορας.
Προφανώς, βαρόμετρο της νέας σεζόν θα είναι ο επόμενος Μάρτιος και η έκθεση του Βερολίνου. Μέχρι τότε, όλοι μιλούν για «καλή σεζόν», δεδομένο που μάλλον δεν μπορεί να αλλάξει. Ωστόσο, όλοι προσδοκούν να μετατραπεί σε «πολύ καλή», στόχος για τον οποίο, προς το παρόν, δεν υπάρχουν βεβαιότητες.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ































































































