Η συγκέντρωση της συντριπτικής πλειονότητας των εταιρικών δανείων στις μεγάλες επιχειρήσεις, είτε με απευθείας χρηματοδότηση από τις τράπεζες είτε τα τελευταία χρόνια μέσω του δανειακού σκέλους του Ταμείου Ανάκαμψης, αποτελεί μια μόνιμη πηγή δομικού προβληματισμού για τους διεθνείς οργανισμούς που παρακολουθούν την ελληνική οικονομία και το ελληνικό τραπεζικό σύστημα. Και αυτό διότι δείχνει ότι η συγκέντρωση γιγαντώνει λίγες επιχειρήσεις. Μάλιστα το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο τις μετρά μόλις σε δέκα, κάτι που δεν τροφοδοτεί το άνοιγμα της αγοράς και δυσκολεύει την ανάπτυξη των μικρότερων, ενώ στην ακραία περίπτωση ισχυρών κλυδωνισμών σε μία ή και περισσότερες από τις ισχυρές οι αρνητικές επιπτώσεις θα συμπαρασύρουν προς τα κάτω το σύνολο της αγοράς.
Στα γρανάζια των servicers
Τραπεζικές πηγές τονίζουν ότι η περιορισμένη περίμετρος στις χορηγήσεις προς τις εταιρείες οφείλεται στο γεγονός ότι κατά τη διάρκεια της δεκαετούς οικονομικής κρίσης αρκετές επιχειρήσεις βρέθηκαν εκτός του τραπεζικού δανεισμού λόγω υπερχρέωσης και εν συνεχεία έλλειψης επενδυτικού αναπτυξιακού πλάνου. Ο αντίλογος βέβαια αναφέρει πως υπάρχουν αρκετές μικρές προς μεσαίες επιχειρήσεις που όντως αντιμετώπισαν σοβαρό πρόβλημα βιωσιμότητας κατά τη διάρκεια της σφοδρής οικονομικής κρίσης που έπληξε την ελληνική οικονομία, βρέθηκαν πράγματι στις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων (σ.σ. τους γνωστούς servicers), ωστόσο σήμερα έχοντας ρυθμίσει τα δάνειά τους τα εξυπηρετούν κανονικά, αλλά συνεχίζουν να αποκλείονται από τον τραπεζικό δανεισμό καθώς είναι εγκλωβισμένες στα γρανάζια των servicers. Και εδώ προκύπτει η ανάγκη για επιστροφή τους στην κανονικότητα, η οποία θα τους ανοίξει την πόρτα του τραπεζικού δανεισμού.
Προειδοποιήσεις
Το ΔΝΤ όμως έχει προειδοποιήσει -στην τελευταία του έκθεση για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα τον Μάιο του 2026- ότι, αν και αυτές οι δέκα μεγάλες εταιρείες διαθέτουν σήμερα υγιείς και ισχυρούς ισολογισμούς, η αλληλεξάρτηση αυτή δημιουργεί σοβαρό κίνδυνο (highly correlated risk). Εάν μια γεωπολιτική κρίση, ένα ενεργειακό σοκ ή μια ξαφνική οικονομική αναταραχή προκαλέσουν ταυτόχρονη οικονομική δυσχέρεια σε περισσότερες από μία από αυτές τις λίγες εταιρείες, τότε ολόκληρο το τραπεζικό σύστημα της χώρας θα αντιμετωπίσει εξαιρετικά σοβαρές συνέπειες, εξαιτίας της απουσίας διαφοροποίησης (diversification) στο πελατολόγιό του. Εξ ου και το ΔΝΤ κάλεσε την Τράπεζα της Ελλάδος εκ του εποπτικού ρόλου της να παρακολουθεί πολύ στενά αυτούς τους μεγάλους κοινούς οφειλέτες -πρόκειται κυρίως για κοινοπρακτικά δάνεια που δίνονται δηλαδή από όλες τις τράπεζες- και να είναι έτοιμη να επιβάλει μακροπροληπτικά μέτρα αύξησης των κεφαλαιακών αποθεμάτων.
Μόλις το 1,2% των εταιρειών
Πέραν των δέκα επιχειρηματικών ομίλων που μονοπωλούν τις κοινοπρακτικές χορηγήσεις για τις οποίες εκφράζει την ανησυχία του το ΔΝΤ, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της βάσης δεδομένων AnaCredit που διατηρεί η Τράπεζα της Ελλάδος την 30ή Ιουνίου 2026 ο δανεισμός 701 μεγάλων επιχειρήσεων αντιστοιχεί στο 42,9% του συνόλου των επιχειρηματικών χορηγήσεων. Το εντυπωσιακό είναι ότι αυτές οι 701 επιχειρήσεις αντιπροσωπεύουν μόλις το 1,2% των εταιρειών που λαμβάνουν τραπεζικά δάνεια. Και έχουν πάρει αθροιστικά χορηγήσεις ύψους 36 δισ. ευρώ. Η εκτόξευση της ροής του δανεισμού προς τους λίγους ήρθε με το Ταμείο Ανάκαμψης, το οποίο ξεκίνησε το 2021. Για παράδειγμα, το 2019 οι μεγάλες επιχειρήσεις που είχαν τραπεζικό δανεισμό ανέρχονταν σε 559 με συνολικά υπόλοιπα δανείων 21,4 δισ. ευρώ. Εως τον Ιούνιο του 2026, ο αριθμός τους αυξήθηκε κατά 25,4%, ενώ το ύψος των δανείων τους ενισχύθηκε κατά 68,4%.
Ταμείο Ανάκαμψης
Η ίδια τακτική των αυξημένων χορηγήσεων προς λίγους ισχυρούς επιχειρηματικούς ομίλους εφαρμόστηκε και στις χορηγήσεις που δόθηκαν μέσω του δανειακού σκέλους του Ταμείου Ανάκαμψης και μάλιστα σε πολλές περιπτώσεις με τη μορφή κοινοπρακτικού δανεισμού (δηλαδή πάλι από το σύνολο των τραπεζών). Από την πλευρά τους οι τράπεζες εξηγούν ότι ο δανεισμός έγινε με βάση αυστηρά πιστοληπτικά κριτήρια, τα οποία ισχύουν για όλους. «Οσες επιχειρήσεις είχαν επενδυτικό πλάνο και μπορούσαν να καταβάλουν την ίδια συμμετοχή είναι αυτές που χρηματοδοτήθηκαν μέσα από το μικρό σχήμα 50% από το ταμείο, 30% απευθείας τραπεζικό δάνειο και 20% ίδια συμμετοχή», αναφέρουν τραπεζικές πηγές. Σε ό,τι αφορά τις μικρές επιχειρήσεις, η όποια μικρή συγκριτικά χρηματοδότησή τους από το Ταμείο Ανάκαμψης θα γίνει μέσω των 2 δισ. ευρώ που μεταφέρθηκαν στην Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα, δηλαδή τα δάνεια που θα δοθούν θα φέρουν κρατική εγγύηση.
Πιθανοί κίνδυνοι και προβληματισμοί πίσω από τα αποτελέσματα εξαμήνου της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ
Ο υψηλός δανεισμός του ομίλου ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, ο οποίος σύμφωνα με την εξαμηνιαία λογιστική κατάσταση διαμορφώθηκε σε 6,015 δισ. ευρώ στις 30 Ιουνίου 2026 από 4,602 δισ. στις 30 Ιουνίου 2025 με αύξηση της τάξης του 30,7% και προσαρμοσμένο καθαρό χρέος 3,82 δισ. ευρώ, αναδεικνύει τις προκλήσεις και τους κινδύνους που αντιμετωπίζουν οι μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι στην Ελλάδα. Το μέγεθος αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα υπό το πρίσμα της πρόσφατης προειδοποίησης του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (ΔΝΤ) για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα. Το Ταμείο επισημαίνει ότι μια κλειστή ομάδα ισχυρών εταιρειών συγκεντρώνει το 81% των μεγάλων επιχειρηματικών δανείων στη χώρα, θέτοντας σε πιθανό μελλοντικό κίνδυνο το τραπεζικό σύστημα. Ο συνδυασμός αυτής της έκθεσης με τα οικονομικά αποτελέσματα του ομίλου δείχνει πώς μια κερδοφόρα επιχείρηση εντάσσεται οργανικά στον πυρήνα πιθανού χρηματοοικονομικού προβληματισμού. Η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ αποτελεί μέρος αυτού του περιορισμένου κύκλου ομίλων στους οποίους αναφέρεται το ΔΝΤ, παρόλο που στις 30 Ιουνίου κατάφερε να αντλήσει μέσω αύξησης μετοχικού κεφαλαίου 0,659 δισ. ευρώ.
Χρηματοδοτικές δεσμεύσεις
Οι ελληνικές τράπεζες είναι πιθανόν να βρεθούν αντιμέτωπες με κινδύνους μεγάλης έκθεσης στο μέλλον. Αν ο όμιλος αντιμετωπίσει οποιοδήποτε μελλοντικό κραδασμό, οι τράπεζες θα αναγκαστούν να εγγράψουν τεράστιες ζημιές, επηρεάζοντας άμεσα τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα της χώρας. Ακόμη, ενεργοποιείται το επικίνδυνο φαινόμενο του «Too big to fail» (πολύ μεγάλος για να αποτύχει), καθώς ο όμιλος έχει καταστεί τόσο κυρίαρχος, ελέγχοντας κρίσιμες εθνικές υποδομές και απορροφώντας τεράστια τραπεζική ρευστότητα, που η βιωσιμότητά του συνδέεται άρρηκτα με την εθνική οικονομία.
Το μοντέλο Project Finance λειτουργεί ως δίκοπο μαχαίρι, το οποίο συνδέεται άμεσα με την υπερβολική εξάρτηση από τον κλάδο των παραχωρήσεων, ο οποίος στο πρώτο εξάμηνο του 2026 εισέφερε το 63% της λειτουργικής κερδοφορίας (EBITDA). Στο πλαίσιο αυτό, καταγράφεται έντονος προβληματισμός για τη σχέση χρέους και κερδοφορίας. Παρά το γεγονός ότι η λειτουργική κερδοφορία (EBITDA) σημείωσε θετική άνοδο κατά 12,2% στο πρώτο εξάμηνο, η αγορά εξετάζει στενά αν αυτός ο ρυθμός ανάπτυξης επαρκεί μακροπρόθεσμα για να καλύψει με ασφάλεια το άλμα του συνολικού δανεισμού.
Σήμερα, το συνολικό ύψος των χρηματοδοτικών δεσμεύσεων και δυνητικών υποχρεώσεων του ομίλου που συνδέονται με τις δραστηριότητές του προσεγγίζει πλέον τα 9,3 δισ. ευρώ. Το τεράστιο αυτό βάρος κατανέμεται σε ένα εκτεταμένο χαρτοφυλάκιο εγχώριων παραχωρήσεων και υποδομών, όπου οι δεσμεύσεις αγγίζουν τα 2,6 δισ. ευρώ για τη Νέα Αττική Οδό, τα 1,9 δισ. ευρώ για την Εγνατία Οδό, περίπου 1,4 δισ. ευρώ για τον Βόρειο Οδικό Αξονα Κρήτης (ΒΟΑΚ), τα 1,039 δισ. ευρώ για τον αυτοκινητόδρομο Κεντρικής Ελλάδος (Ε65), τα 891 εκατ. ευρώ για το Νέο Αεροδρόμιο Καστελίου, καθώς και τα 644 εκατ. ευρώ για τη διαχείριση απορριμμάτων της Περιφέρειας Πελοποννήσου. Ενδεχόμενη μελλοντική αστοχία ή αδυναμία εξυπηρέτησης αυτού του χρέους δεν θα αποτελούσε ένα απλό εταιρικό πρόβλημα, αλλά μια συστημική απειλή που θα ανάγκαζε το κράτος ή τις τράπεζες σε μια κοστοβόρα παρέμβαση διάσωσης για να αποφευχθεί το γενικευμένο οικονομικό ντόμινο.
Διαχείριση έργων
Η στρατηγική επιλογή του ομίλου να κερδίσει τον διαγωνισμό της Εγνατίας Οδού έναντι υπέρογκου τιμήματος 1,275 δισ. ευρώ (το οποίο με τη βελτιωμένη προσφορά κατέληξε στα 1,496 δισ. ευρώ), υπερδιπλάσιου έναντι της δεύτερης προσφοράς των 500 εκατ. ευρώ, δημιουργεί προβληματισμό για την αποδοτικότητα της επένδυσης. Την ίδια στιγμή, κοινωνικό προβληματισμό δημιουργεί η ορθή διαχείριση, καθώς, σε αυτή τη φάση, σήραγγες της οδού στερούνται βασικών πιστοποιήσεων ασφαλείας, γεγονός που επιβάλλει συνεχείς κυκλοφοριακές ρυθμίσεις και μονοδρομήσεις. Φορείς, όπως το ΤΕΕ Ηπείρου, καταγγέλλουν καθυστερήσεις, καθώς τα μεγάλα έργα αναβάθμισης και αδειοδότησης των σηράγγων (ύψους 500 εκατ. ευρώ) θα χρειαστούν έως και 36 μήνες για να ολοκληρωθούν. Αυτό το λειτουργικό τέλμα αποδεικνύει πρακτικά πώς το ρίσκο υλοποίησης των έργων μπορεί να επηρεάσει αρνητικά την ποιότητα της υποδομής και κατ’ επέκταση τη σταθερότητα των εσόδων που αποπληρώνουν τα δάνεια.
Αντίστοιχη πρακτική ακολουθεί ο όμιλος και στο έργο του αεροδρομίου Ηρακλείου στο Καστέλι Κρήτης. Εχοντας καταθέσει μια εξαιρετικά χαμηλή προσφορά για να πάρει το έργο, βρίσκεται τώρα αντιμέτωπος με καθυστερήσεις και αλλεπάλληλες προς τα πάνω αναθεωρήσεις του προϋπολογισμού, ο οποίος έχει ήδη αυξηθεί κατά 455 εκατομμύρια ευρώ (αύξηση 73% από τον αρχικό προϋπολογισμό). Οι αναθεωρήσεις αυτές, μαζί με τον εντοπισμό των αρχαιοτήτων και τον ανασχεδιασμό της χάραξης των οδικών συνδέσεων, οδήγησαν σε μεγάλες καθυστερήσεις, οι οποίες αντιστοιχούν σε υπέρογκα ποσά που επιβαρύνουν το δημόσιο ταμείο, μεταθέτοντας την επίσημη έναρξη λειτουργίας για τα τέλη του 2028.
Κίνδυνοι ανεκτέλεστου
Ακόμη και στον τελευταίο διαγωνισμό που αφορά έργο στη βόρεια Ελλάδα, για το οποίο ο όμιλος ανακηρύχθηκε ανάδοχος με πολύ χαμηλό τίμημα και τεράστια διαφορά από τον δεύτερο, άνθρωποι της αγοράς αμφισβητούν τη δυνατότητα κερδοφορίας.
Τέλος, καταγράφεται σημαντική έλλειψη γεωγραφικού αντίβαρου, αφού το μεγαλύτερο μέρος του ανεκτέλεστου των έργων του ομίλου εντοπίζεται αποκλειστικά στην Ελλάδα. Αυτό εντείνει τον συστημικό κίνδυνο, καθώς, εάν η εγχώρια οικονομία δεχθεί ένα νέο πλήγμα, ο όμιλος δεν διαθέτει επαρκή διεθνή δραστηριότητα για να ισοσταθμίσει τις απώλειες, παρασύροντας μαζί του και τους εγχώριους πιστωτές του.
www.real.gr






































































































