Ο Δήμος Αγίου Νικολάου σας προσκαλεί στα εγκαίνια της ατομικής έκθεσης του Μάνου Τσιχλή με τίτλο «Ωραίος Ήλιος», μια in situ εγκατάσταση σχεδιασμένη ειδικά για τον χώρο του Παλιού Ειρηνοδικείου Αγίου Νικολάου.
Με ένα προσωπικό αρχείο του καλλιτέχνη, η εγκατάσταση συγκροτεί ένα πεδίο όπου η επίσημη ιστορία και η βιωμένη εμπειρία συνυπάρχουν και αλληλοφωτίζονται, εγγράφονται στο τοπίο και το μετασχηματίζουν.
Χώρος: Κτήριο Ειρηνοδικείου (οδός Νικολάου Πλαστήρα 18, Άγιος Νικόλαος Κρήτης)
Ώρα εγκαινίων: 18:00
Performance: 19:00
Εγκαίνια: 24 Ιουλίου 2026
Διάρκεια έκθεσης: 24–30 Ιουλίου 2026 (καθημερινά 18:00 – 21:00)
Σημείωμα του καλλιτέχνη Μάνου Τσιχλή
Το 1863, με την ίδρυση της Société des Bains de Mer από τον πρίγκιπα Κάρολο Γ΄, τέθηκαν οι βάσεις για τη ραγδαία ανάπτυξη του Monaco. Γύρω από το καζίνο του Monte-Carlo, τα πολυτελή ξενοδοχεία και τις νέες υποδομές, το μικρό πριγκιπάτο μετασχηματίστηκε σε διεθνή προορισμό για τις οικονομικές ελίτ και οικοδόμησε την ευημερία του πάνω σε ένα μοντέλο προσανατολισμένο στον τουρισμό, την ψυχαγωγία και τη συγκέντρωση κεφαλαίου.
Παράλληλα, το Beausoleil (ελλ. μτφρ.: Ωραίος Ήλιος), η γαλλική πόλη στα σύνορα με το Monaco, αναπτύχθηκε ως ο αθέατος αντίποδας αυτής της εικόνας: τόπος κατοικίας των εργαζομένων που κατασκεύαζαν και συντηρούσαν τις υποδομές του πριγκιπάτου, μια πόλη-υπνωτήριο (dortoir) για όσους δεν μπορούσαν ή δεν ήταν επιθυμητό να ζουν σε αυτό.
Το Beausoleil λειτούργησε ως το αναγκαίο υπόστρωμα πάνω στο οποίο στηρίχθηκε η οικονομική και συμβολική ανάπτυξη του Monaco: η δημιουργία μιας πόλης-σκηνής πλούτου και θεάματος απαιτούσε τη δημιουργία μιας πόλης που θα καθιστούσε αυτή τη σκηνή δυνατή.
Η εγκατάσταση, σχεδιασμένη ειδικά για τον χώρο του Παλιού Ειρηνοδικείου, προσεγγίζει αυτή τη σχέση ορατού – αόρατου μέσα από μια προσωπική ιστορία: η μητέρα μου εργάστηκε ως δικαστική επιμελήτρια στον νομό Λασιθίου από τις αρχές της δεκαετίας του 1980 έως τα μέσα της δεκαετίας του 2000. Ως βοηθός της σε όλη τη διάρκεια της εφηβείας μου, παρακολούθησα, μέσα από διαδικασίες κατασχέσεων, πλειστηριασμών και εκτελέσεων δικαστικών αποφάσεων, τον μετασχηματισμό και την οικονομική και κοινωνική αναδιάρθρωση της τοπικής κοινωνίας με άξονα την τουριστική της ανάπτυξη.
Το υλικό ίχνος αυτής της περιόδου – το αρχείο – αποτελεί την πρώτη ύλη του κεντρικού έργου της έκθεσης. Τα έγγραφα πολτοποιούνται και μετατρέπονται σε λευκά χειροποίητα φύλλα χαρτιού. Με αυτόν τον τρόπο, ο γραφειοκρατικός μόχθος που κατέγραψε όλες αυτές τις μεταβολές επανέρχεται ως σωματική εργασία δημιουργίας καλλιτεχνικού έργου. Η πολύχρονη αυτή παραγωγή παραμένει παρούσα, όχι πλέον ως πληροφορία ή ως τεκμήριο, αλλά ως ύλη. Τα έγγραφα έχουν απωλέσει την αρχική τους λειτουργία, αλλά εξακολουθούν να ενσωματώνουν μέσα στην υλικότητά τους τον χρόνο και τον τόπο που τα δημιούργησαν, επιμένοντας ως σώμα, ως επιφάνεια και ως ίχνος.
Το γραφείο της μητέρας μου λειτουργεί ως το καθιστικό ή το υπνοδωμάτιο ενός διαμερίσματος στο Beausoleil και ταυτόχρονα ως παρατηρητήριο, ένας ενδιάμεσος τόπος, όπου η διάκριση ανάμεσα στην ιδιωτική και τη δημόσια ζωή είναι ασαφής.
Το αρχείο παύει να είναι απλώς φορέας πληροφοριών και μετατρέπεται σε τοπίο, ένα πυκνό ίζημα εργασίας, αποφάσεων και σχέσεων, μέσα από το οποίο κατασκευάζεται η αφανής πλευρά της ιστορίας.
Τα γλυπτικά αντικείμενα και οι επιτελεστικές δράσεις λειτουργούν ως επιμέρους επεισόδια της ίδιας αφήγησης: η εργασία δεν προσεγγίζεται ως αναπαράσταση, αλλά ως υλική και σωματική διαδικασία, συγκροτώντας ένα πεδίο όπου η επίσημη ιστορία και η βιωμένη εμπειρία συνυπάρχουν και αλληλοφωτίζονται, εγγράφονται στο τοπίο και το μετασχηματίζουν.





































































































