Ούτε η ύπαρξη ρήγματος στη λεκάνη ούτε όμως και ο εντοπισμός στρώματος λατυκροκαλοπαγών στο υπέδαφος, της έκτασης που προτάθηκε για την κατασκευή φράγματος στον Κρούστα, αποκλείει την υλοποίηση αυτού του στόχου. Η προταθείσα θέση βρίσκεται σε υψόμετρο 1.140 μ. και 5,7 χλμ. από τον οικισμό του Κρούστα.
Η χρήση του φράγματος προβλέπεται να είναι κυρίως αρδευτική, καθώς οι διαρκώς αυξανόμενες ανάγκες για άρδευση, καθιστούν απαραίτητη την ορθολογική διαχείριση του επιφανειακού υδάτινου δυναμικού της περιοχής, ανάντι του φράγματος, ώστε να αρδευτούν οι καλλιεργήσιμες εκτάσεις της περιοχής.
Η μελέτη που θα αναθέσει η Περιφέρεια για την κατασκευή του έργου θα πρέπει να συμπεριλάβει και μελέτη σεισμικής επικινδυνότητας, για να προσδιοριστεί η συμπεριφορά του φράγματος σε περίπτωση σεισμικής δραστηριότητας.
Επίσης πριν την ανάθεση της οριστικής μελέτης, θα πρέπει να γίνει τοπογραφική αποτύπωση της ωφέλιμης προς χρήση έκτασης για να χωροθετηθεί το φράγμα -εργασία που πιθανότητα θα κάνει η Τ.Υ. του Δήμου Αγίου Νικολάου, για να προσδιοριστεί τελικά και η ωφέλιμη χωρητικότητα του φράγματος.
Γιατί, αρχικά οι κάτοικοι ζητούσαν φράγμα περί τα 500- 700 χιλιάδες κ.μ., ενώ τώρα από τον γεωλόγο μελετητή γίνεται λόγος για 350.000 κ.μ.
Πριν από 1,5 χρόνο, η Περιφέρεια Κρήτης ανέθεσε την εκπόνηση γεωλογικής – γεωφυσικής διερεύνησης του γνωστού από παλαιότερη έρευνα του ΙΓΜΕ ρήγματος, η οποία παραδόθηκε στον Αντιπεριφερειάρχη Λασιθίου την περασμένη εβδομάδα. Η μελέτη περιελάμβανε την εκτέλεση τριών ηλεκτρικών τομογραφιών μήκους 160μ. η κάθε μία, με χρήση 81 ηλεκτροδίων, σε αποστάσεις 2 μ. μεταξύ τους και την πραγματοποίηση τεσσάρων προφίλ ηλεκτρομαγνητικών μετρήσεων μήκους 200 μ. το καθένα. Τις γεωφυσικές εργασίες και την ερμηνεία των μετρήσεων έκανε ο γεωλόγος Μιχ. Πουλτσίδης.
Τόσο η έρευνα, όσο και η ερμηνεία των μετρήσεων αποτέλεσαν εξαιρετικά δύσκολο και πολύπλοκο εγχείρημα, κυρίως λόγω της έντονης τεκτονικής και των μορφολογικών ιδιαιτεροτήτων και συνθηκών του χώρου, όπου έγινε η έρευνα. Τόσο η περιοχή που ερευνήθηκε, όσο και η ευρύτερη ζώνη της χαρακτηρίζεται από έντονη τεκτονική. Σε ακτίνα 260 μ. από το κέντρο της λεκάνης κατάκλισης του προτεινόμενου φράγματος εμφανίζονται οχτώ κανονικά ρήγματα με διεύθυνση ΒΑ-ΝΔ και ΔΒΑ-ΑΝΑ, από τα οποία τα τρία διέρχονται από τη λεκάνη κατάκλισης του φράγματος και ένα από τον άξονα του φράγματος.
Εκτός από τις γεωτρήσεις που πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της παραπάνω έρευνας προτείνονται δύο συμπληρωματικές δειγματοληπτικές, βάθους 50 μ. για να διαπιστωθούν υδρογεωλογικά και γεωμηχανικά χαρακτηριστικά του γεωλογικού σχηματισμού του υπεδάφους.
Οι γεωτρήσεις είναι απαραίτητες καθώς από τη γεωφυσική έρευνα προτείνεται, ο άξονας του φράγματος να μετατοπιστεί 30μ.- 35μ. τουλάχιστον, δυτικότερα της θέσης που είχε προτείνει παλαιότερα το ΙΓΜΕ (έκθεση ΙΓΜΕ 2009). Ετσι θα αποφευχθεί η παρουσία στον άξονα του φράγματος, του σχηματισμού των λατυποκροκαλοπαγών υλικών, που σύμφωνα με τη γεώτρηση που έγινε, παρουσιάζουν μεγάλο πάχος, πολύ υψηλή περατότητα και εγκυμονούν σοβαρούς κινδύνους για εκτεταμένες διαφυγές νερού. Με τη μετατόπιση η λεκάνη εδράζεται σε υπέδαφος με πολύ χαμηλές περατότητες.
Μεταφορά του άξονα
Όπως επισημαίνει ο μελετητής, το ισχύον τεκτονικό καθεστώς στη θέση του προτεινόμενου έργου και στην ευρύτερη περιοχή, καθώς και οι επιπτώσεις που μπορεί να επιφέρει τόσο κατά την κατασκευή του φράγματος όσο και κατά τη φάση λειτουργίας του, είναι αντικείμενο της Μελέτης Σεισμικής Επικινδυνότητας του Φράγματος, η οποία απαιτείται να εκπονηθεί στο πλαίσιο μελέτης του έργου.
Γενικά και συνολικά, ο μελετητής συμπεραίνει ότι η παρουσία της τεκτονικής ζώνης, δεν είναι αποτρεπτικός παράγοντας για την κατασκευή του φράγματος, σε ό,τι αφορά πιθανές διαρροές.
Όμως, σοβαρός κίνδυνος διαρροών προέρχεται από την παρουσία του σχηματισμού των λατυκροκαλοπαγών και γι’ αυτό το λόγο προτείνεται η μεταφορά του άξονα του φράγματος πιο δυτικά, προκειμένου από τη μια να θεμελιωθεί επί των σχηματισμών του φλύσχη Τριπόλεως και από την άλλη, στη λεκάνη κατάκλισής του να μην συναντούνται τα λατυκροκαλοπαγή υλικά.
Αναλόγως των αποτελεσμάτων των δύο ερευνητικών γεωτρήσεων που προτείνονται από τη γεωφυσική έρευνα που προηγήθηκε, και οι οποίες θα πρέπει να εκτελεστούν μαζί με αυτές που πιθανώς θα προταθούν από τη γεωτεχνική μελέτη του έργου, θα αποφασιστεί η πιθανή στεγανοποίηση τμήματος της λεκάνης κατάκλισης του φράγματος, με τη χρήση κατάλληλων μεμβρανών και αργιλικού υλικού.
Το μήκος της στέψης του άξονα, το ύψος του φράγματος και η ωφέλιμη χωρητικότητα του ταμιευτήρα στη νέα θέση, θα προκύψουν από την υδρολογική και τοπογραφική μελέτη του έργου.
Ο μελετητής προτείνει πριν την οριστική μελέτη του έργου, να προηγηθεί τοπογραφική αποτύπωση της λεκάνης κατάκλισης του φράγματος, προκειμένου να εκτιμηθούν τα γεωμετρικά χαρακτηριστικά του, το κόστος κατασκευής και τελικά, η χρησιμότητά του», όπως επισημαίνει στα συμπεράσματα της όλης έρευνας και τη μελέτη των στοιχείων που συνέλεξε επί τόπου.
Μιλώντας στην ΑΝΑΤΟΛΗ, ο Αντιπεριφερειάρχης Λασιθίου Γιάννης Ανδρουλάκης επεσήμανε ότι η ερευνητική αυτή μελέτη για το φράγμα του Κρούστα, είναι η πρώτη μιας σειράς αντίστοιχων ερευνητικών μελετών που θα ακολουθήσουν με σχετική ανάθεση από την Π.Ε. Λασιθίου, για το φράγμα του Καθαρού (Κριτσά) και της λιμνοδεξαμενής στη Φουρνή. «Αλλά θα ακολουθήσει ευρύτερος σχεδιασμός, για τη δημιουργία δικτύου ανασχετικών, μικρών φραγμάτων και ταμιευτήρων νερού, ώστε να μειωθούν στο ελάχιστο οι ποσότητες των ομβρίων κατά την περίοδο των βροχών, που θα χάνονται στη θάλασσα. Θα πρέπει να αναζητήσουμε τρόπους και μέσα για τις κατάλληλες δράσεις, παρεμβάσεις και υποδομές, ώστε η κλιματική αλλαγή να έχει τις μικρότερες, δυνατές επιπτώσεις, για τον ξηροθερμικό νομό Λασιθίου, τόνισε ο αντιπεριφερειάρχης.
ΝΙΚΟΣ ΤΡΑΝΤΑΣ
Δείτε επίσης: Η κατασκευή μικρών φραγμάτων στον Κρούστα, το Καθαρό και τη Φουρνή




































































































