Συχνά, στον δημόσιο διάλογο εγκλωβιζόμαστε σε μια στείρα παράθεση μακροοικονομικών μεγεθών. Ακούμε για «ανάπτυξη», για «πρωτογενή πλεονάσματα» και για «ανάκτηση της αξιοπιστίας». Όμως, η πραγματικότητα που βιώνει ο πολίτης στο Λασίθι, στην Κρήτη και σε ολόκληρη την επικράτεια, απέχει παρασάγγας από τις θριαμβολογίες των επίσημων ανακοινώσεων. Η αλήθεια είναι σκληρή: η οικονομία αναπτύσσεται μεν, αλλά αυτή η ανάπτυξη είναι «ρηχή», άνιση και, το κυριότερο, δεν μεταφράζεται σε ανάλογη βελτίωση των αποδοχών και των συνθηκών διαβίωσης των εργαζομένων.
Στη στήλη αυτή, έχουμε μάθει να κοιτάμε πίσω από τη βιτρίνα. Και αυτό που φαίνεται πίσω από τους λαμπερούς δείκτες είναι μια κοινωνία που πιέζεται ασφυκτικά, μια εργασία που απαξιώνεται και ένα αναπτυξιακό μοντέλο που μοιάζει να έχει πήλινα πόδια. Διαβάζοντας την έκθεση του Ινστιτούτου της ΓΣΕΕ για το 2025, επιβεβαιώνονται δεδομένα που η εμπειρική καταγραφή μας αποδεικνύει στην καθημερινότητά μας.
Το χάσμα της ευημερίας και η σκληρή πραγματικότητα
Η Ελλάδα εμφανίζει πράγματι υψηλότερους ρυθμούς μεγέθυνσης από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο οποίος παραμένει στάσιμος λόγω των προβλημάτων στις μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις. Όμως, αυτή η σύγκλιση είναι, σε μεγάλο βαθμό, μια οφθαλμαπάτη. Αν κοιτάξουμε το πραγματικό κατά κεφαλήν εισόδημα, θα δούμε ότι η απόσταση που μας χωρίζει από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο παραμένει χαοτική. Η απόσταση αυτή δε γεφυρώνεται με μερικές ποσοστιαίες μονάδες πρόσκαιρης ανόδου, αλλά απαιτεί βαθιές τομές που δεν γίνονται.
Ακόμα πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι η χώρα μας πλέον υπολείπεται σημαντικά των χωρών της Ανατολικής Ευρώπης. Χώρες όπως η Τσεχία, η Λιθουανία και η Πολωνία, τις οποίες κάποτε αντιμετωπίζαμε με μια αίσθηση οικονομικής υπεροχής, μας έχουν προσπεράσει προ πολλού σε αγοραστική δύναμη. Εμείς παλεύουμε ακόμα στις τελευταίες θέσεις, υπερβαίνοντας οριακά μόνο τη Βουλγαρία, η οποία μάλιστα τρέχει με πολύ ταχύτερους ρυθμούς από εμάς. Η στασιμότητα αυτή δεν είναι μόνο αριθμός για τους οικονομολόγους. Είναι η καθημερινή υποβάθμιση της ζωής μας σε σύγκριση με τον υπόλοιπο ανεπτυγμένο κόσμο.
Η ακρίβεια ως μηχανισμός φτωχοποίησης
Πίσω από τη βιτρίνα της ανάπτυξης, η ακρίβεια συνεχίζει να ροκανίζει το διαθέσιμο εισόδημα. Δεν πρόκειται για ένα παροδικό φαινόμενο ή για έναν «εισαγόμενο» πληθωρισμό που θα περάσει, αλλά για μια δομική πίεση που πλήττει τον πυρήνα της αξιοπρεπούς διαβίωσης. Τα τελευταία χρόνια, το κόστος σε κρίσιμες κατηγορίες κατέγραψε εκρηκτική άνοδο, που δεν δικαιολογείται από τη διεθνή συγκυρία.
Ειδικά στην ενέργεια -στο ηλεκτρικό ρεύμα και στο φυσικό αέριο- οι αυξήσεις στην Ελλάδα είναι δυσανάλογες. Το ίδιο συμβαίνει και με τα ενοίκια, τα οποία ακολουθούν μια ξέφρενη ανοδική τροχιά, επιβαρύνοντας το κόστος ζωής πολύ περισσότερο από ό,τι στην υπόλοιπη Ευρώπη. Αυτή η πληθωριστική καταιγίδα λειτουργεί ως ένας μηχανισμός βίαιης αναδιανομής εισοδήματος: τα χρήματα φεύγουν από τις τσέπες των πολλών και καταλήγουν στα ταμεία λίγων ισχυρών ομίλων. Ενώ οι τιμές στα ράφια και στους λογαριασμούς αυξάνονται, η αγοραστική δύναμη των εργαζομένων παραμένει καθηλωμένη σε επίπεδα περασμένων δεκαετιών.
Το αποτέλεσμα είναι αποκαρδιωτικό. Σχεδόν τα μισά νοικοκυριά με παιδιά στην Ελλάδα δηλώνουν πλέον αδυναμία να αντεπεξέλθουν σε έκτακτες αλλά αναγκαίες δαπάνες, όπως μια ιατρική επίσκεψη ή μια βλάβη στο σπίτι. Παράλληλα, ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού αδυνατεί να διατηρήσει επαρκώς ζεστή την κατοικία του τον χειμώνα. Αυτή η κατάσταση δεν ταιριάζει σε μια χώρα που διαφημίζει το «success story» της.
Ένα αναπτυξιακό μοντέλο με «πήλινα πόδια»
Γιατί όμως η ανάπτυξη δεν φτάνει στον κόσμο; Η απάντηση κρύβεται στη δομή της οικονομίας μας. Παραμένουμε μια οικονομία που βασίζεται υπερβολικά στην κατανάλωση και λιγότερο στην παραγωγή. Μια εκδοχή -σύμφωνα με όσα διαβάζω ευρύτερα στις οικονομικές αναλύσεις- αναφέρει πως οι επενδύσεις που γίνονται έχουν λάθος προσανατολισμό.
Αντί να επενδύουμε σε τεχνολογία, καινοτομία και σύγχρονο μηχανολογικό εξοπλισμό που θα μας έκανε ανταγωνιστικούς, το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων κατευθύνεται και πάλι στην οικοδομή και στις κατοικίες. Χτίζουμε σπίτια και ξενοδοχεία, αλλά δεν αναβαθμίζουμε την παραγωγική μας βάση. Οι επενδύσεις σε τεχνολογία πληροφορικής και επικοινωνιών στην πραγματικότητα μειώνονται. Αυτό το μοντέλο «μπετόν και υπηρεσιών» δεν μπορεί να στηρίξει την οικονομία σε βάθος χρόνου, ούτε να δημιουργήσει ποιοτικές και καλά αμειβόμενες θέσεις εργασίας. Αλλά την ίδια ώρα διαπιστώνει κανείς με ευκολία πως δεν μπορούμε ούτε την πρωτογενή παραγωγή τροφής να στηρίξουμε που θα έδινε τεράστια ώθηση και σε τομείς όπως ο τουρισμός αλλά και σε μείωση των τιμών στα σούπερ μάρκετ. Αδυνατούμε να παράξουμε προϊόντα με επάρκεια και παραμένουμε κακοί μεταπράτες και ελεγχόμενοι διαρκώς από τον συγκεντρωτισμό που διαμορφώνεται στην οικονομία μας.
Η απαξίωση της εργασίας και ο τουρισμός
Στην αγορά εργασίας, η εικόνα είναι απογοητευτική παρά τη μείωση της ανεργίας. Ο μέσος μισθός στην Ελλάδα, αν υπολογιστεί με βάση το τι μπορείς πραγματικά να αγοράσεις με αυτόν, έχει κατρακυλήσει δραματικά την τελευταία δεκαπενταετία. Είμαστε πλέον στην τελευταία θέση της Ευρώπης, κάτω ακόμα και από τη Βουλγαρία σε όρους αγοραστικής δύναμης.
Η υποαμοιβή είναι οριζόντια και πλήττει καίρια τους κλάδους αιχμής, όπως ο τουρισμός και η εστίαση -τους πυλώνες της οικονομίας μας εδώ στο Λασίθι. Στην Ελλάδα και ειδικά στην Κρήτη και τις τουριστικές περιοχές, ένας εργαζόμενος στα ξενοδοχεία ακόμα κι αν αμείβεται επαρκώς σε σχέση με τον Ευρωπαίο συνάδελφό του, ακόμα και αν συγκρίνουμε τις αμοιβές με βάση το τοπικό κόστος ζωής, δεν μπορεί να δουλέψει 12 μήνες. Αυτό εξηγεί γιατί οι επιχειρήσεις μας δυσκολεύονται πλέον να βρουν προσωπικό. Δεν λείπουν οι εργαζόμενοι, μόνο. Λείπουν τα επαρκή εισοδήματα σε ετήσια βάση και οι συνθήκες που θα τους επιτρέψουν να ζήσουν τις οικογένειές τους.
Η στεγαστική κρίση: το μεγάλο αγκάθι
Το κόστος στέγασης αποτελεί πλέον τον μεγαλύτερο παράγοντα αστάθειας. Η Ελλάδα καταγράφει τις χειρότερες επιδόσεις στην Ευρώπη. Πάνω από το ένα τρίτο του διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών κατευθύνεται στο νοίκι ή στις δόσεις του δανείου. Για όσους ζουν μόνοι τους, η κατάσταση είναι εφιαλτική, καθώς το στεγαστικό κόστος συχνά απορροφά πάνω από το μισό του μισθού τους.
Στην Κρήτη, η κατάσταση μοιάζει ελαφρώς καλύτερη λόγω του υψηλού ποσοστού ιδιοκατοίκησης, όμως η πίεση είναι τεράστια. Οι βραχυχρόνιες μισθώσεις έχουν εκτινάξει τα ενοίκια στα ύψη, καθιστώντας αδύνατη την εύρεση κατοικίας για νέους ανθρώπους, φοιτητές ή εργαζόμενους που έρχονται στον τόπο μας. Όταν το «κεραμίδι» γίνεται είδος πολυτελείας, η κοινωνική συνοχή διαλύεται.
Η ανάγκη για μια οικονομία της αξιοπρέπειας
Είναι πλέον σαφές ότι απαιτείται ριζικός επαναπροσδιορισμός της πορείας μας. Χρειαζόμαστε αυτό που ονομάζουμε «οικονομία της αξιοπρέπειας». Ένα μοντέλο όπου η ποιότητα της εργασίας, η ασφάλεια και τα επαρκή εισοδήματα δεν είναι «πολυτέλεια», αλλά το θεμέλιο της κοινωνίας. Τι σημαίνει αυτό στην πράξη;
Πραγματικές αυξήσεις μισθών αφού δεν αρκεί η επικοινωνιακή διαχείριση του κατώτατου μισθού. Χρειαζόμαστε αυξήσεις που να καλύπτουν το πραγματικό κόστος ζωής και να ενισχύουν την αγοραστική δύναμη όλων των εργαζομένων.
Στεγαστική πολιτική με παρέμβαση. Πρέπει να μπει φρένο στην άκριτη εμπορευματοποίηση της κατοικίας. Χρειαζόμαστε ρύθμιση της αγοράς ενοικίων και κίνητρα για προσιτή στέγη, ειδικά στις τουριστικές περιοχές όπως η δική μας.
Αλλαγή επενδυτικού προσανατολισμού. Το Ταμείο Ανάκαμψης και οι δημόσιοι πόροι πρέπει να κατευθυνθούν στην καινοτομία, στην τεχνολογική αναβάθμιση και στην παραγωγή, και όχι μόνο σε έργα βιτρίνας και οικοδομικές δραστηριότητες.
Ουσιαστική καταπολέμηση της ακρίβειας. Χρειαζόμαστε ελέγχους στα καρτέλ και στην αισχροκέρδεια, ειδικά στους κλάδους της ενέργειας και των τροφίμων, που εξανεμίζουν το εισόδημα του πολίτη.
Η ανάπτυξη που δεν βελτιώνει ζωές
Δεν μπορούμε να βασιζόμαστε για πάντα στην «τύχη» του τουρισμού ή στις συγκυριακές εισροές κεφαλαίων. Η ανάπτυξη που δεν βελτιώνει τις ζωές των ανθρώπων είναι απλώς ένα στατιστικό τέχνασμα για εσωτερική κατανάλωση. Η Ελλάδα κινδυνεύει να παγιωθεί ως μια χώρα χαμηλών προσδοκιών, φθηνής εργασίας και μόνιμης υστέρησης. Η «οικονομία της αξιοπρέπειας» δεν είναι μια ουτοπία, αλλά μια επιτακτική ανάγκη αν θέλουμε να έχουμε μέλλον ως συγκροτημένη κοινωνία. Η ευημερία των αριθμών πρέπει, επιτέλους, να συναντηθεί με την ευημερία των ανθρώπων. Γιατί χωρίς τους ανθρώπους, οι αριθμοί δεν έχουν καμία απολύτως αξία.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ






































































































