Η Συμφωνία της Μέκκας, που υπέγραψαν στις 7 Αυγούστου η Τουρκία, η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν, παρουσιάστηκε ως μια νέα αρχιτεκτονική περιφερειακής ασφάλειας. Η βασική της πρόβλεψη είναι μια ρήτρα αμοιβαίας υποστήριξης σε περίπτωση επίθεσης: η ένοπλη επίθεση εναντίον ενός από τα συμβαλλόμενα μέρη θεωρείται επίθεση εναντίον και των τριών. Η διατύπωση παραπέμπει ευθέως στη λογική του άρθρου 5 του ΝΑΤΟ. Ωστόσο, το κύριο ερώτημα είναι τι ακριβώς σημαίνει στην πράξη αυτή η ρήτρα.
Υπάρχει λόγος που το ζήτημα αυτό είναι σημαντικό. Η ρήτρα δεν είναι κάτι νέο. Είχε ήδη ενσωματωθεί στη διμερή αμυντική συμφωνία που υπέγραψαν η Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν τον Σεπτέμβριο του 2025. Τότε, είχε συμφωνηθεί ότι οποιαδήποτε επίθεση εναντίον της μίας χώρας θα θεωρείται επίθεση εναντίον και της άλλης. Η Συμφωνία της Μέκκας ουσιαστικά επεκτείνει αυτή τη σχέση στην Τουρκία, δημιουργώντας ένα τριγωνικό σχήμα.
Η πραγματική αξία κάθε ρήτρας είναι όταν δοκιμάζεται σε έναν πόλεμο. Η ρήτρα της συμφωνίας ανάμεσα στη Σαουδική Αραβία και το Πακιστάν δοκιμάστηκε όταν το Ιράν επιτέθηκε με πυραύλους και drones στη Σαουδική Αραβία.
Εξακολουθεί να δοκιμάζεται, αφού η Σαουδική Αραβία δέχεται επιθέσεις και από τους Χούθι. Δεν ενεργοποιήθηκε και είναι μάλλον ουτοπικό να πιστέψει κανείς πως το Πακιστάν και η Τουρκία θα μπουν στον πόλεμο για να προστατέψουν τη Σαουδική Αραβία. Αλλωστε, τον Μάρτιο του 2026, όταν η χώρα δέχθηκε τις ιρανικές επιθέσεις, το Ριάντ επικαλέστηκε τη ρήτρα της συμφωνίας με το Πακιστάν. Ο Πακιστανός υπουργός Εξωτερικών, Ισάκ Νταρ, αρκέστηκε σε μια προειδοποίηση προς την Τεχεράνη, ωστόσο το Πακιστάν δεν κινήθηκε στρατιωτικά. Αντιθέτως, προσπάθησε να λειτουργήσει ως διαμεσολαβητής απέναντι στο Ιράν με στόχο την αποκλιμάκωση.
Μπορεί κανείς με ασφάλεια να εικάσει πως μια ρήτρα που δεν ενεργοποιήθηκε σε έναν πόλεμο μέτριας έντασης, στον οποίο παρεμπιπτόντως μόνο η Σαουδική Αραβία είναι εμπλεκόμενο μέρος, δεν πρόκειται να ενεργοποιηθεί σε πολύ σοβαρότερες -λιγότερο ή περισσότερο πιθανές- συγκρούσεις στην περιοχή, όπως είναι π.χ. ένας πόλεμος ανάμεσα στο Ισραήλ και την Τουρκία ή ανάμεσα στην Ινδία και το Πακιστάν. Αλλωστε, όπως έχει ήδη επισημάνει το Reuters, οι πρακτικές στρατιωτικές υποχρεώσεις των τριών κρατών παραμένουν σε σημαντικό βαθμό αδιευκρίνιστες.
Η συμφωνία παραμένει σε μεγάλο βαθμό ασαφής σε ό,τι αφορά συγκεκριμένες στρατιωτικές δεσμεύσεις. Η Συμφωνία της Μέκκας δεν είναι λοιπόν μια συμμαχία τριών χωρών που υπόσχονται ότι θα πολεμήσουν η μία για την άλλη. Είναι περισσότερο ένας μηχανισμός στρατηγικής αποτροπής, ο οποίος δημιουργεί αβεβαιότητα στον πιθανό αντίπαλο. Αν κάποιος επιτεθεί στην Τουρκία, στη Σαουδική Αραβία ή στο Πακιστάν, δεν μπορεί πλέον να είναι απολύτως βέβαιος ότι η σύγκρουση θα παραμείνει διμερής. Και υπάρχουν πάντα τρόποι ενίσχυσης του εκάστοτε συμμάχου αν εμπλακεί σε κρίση, χωρίς αυτό να σημαίνει κατ’ ανάγκη στρατιωτική συνδρομή. Αλλωστε, η Τουρκία διαθέτει ισχυρή αμυντική βιομηχανία και είναι σε θέση να παράγει προϊόντα υψηλής τεχνολογίας, ενώ η Σαουδική Αραβία διαθέτει μεγάλες οικονομικές δυνατότητες.
Οράματα
Σε κάθε περίπτωση, η συμφωνία έχει προκαλέσει ενθουσιασμό και μεγαλεπήβολα οράματα στον τουρκικό φιλοκυβερνητικό Τύπο. Χαρακτηριστικά, ο Γιασίν Ακτάι στη «Yeni Safak» αποδίδει στη συμφωνία ιδεολογικό και πολιτισμικό περιεχόμενο, υποστηρίζοντας ότι ο συνδυασμός των τουρκικών αμυντικών δυνατοτήτων, της πακιστανικής στρατιωτικής και πυρηνικής ισχύος και της σαουδαραβικής οικονομικής δύναμης μπορεί να αποτελέσει τον πυρήνα μιας ευρύτερης μουσουλμανικής αρχιτεκτονικής συλλογικής ασφάλειας, με δυνητικούς μελλοντικούς συμμετέχοντες την Αίγυπτο, το Αζερμπαϊτζάν, το Κατάρ, τη Συρία, το Ιράκ και την Ιορδανία.
Υποστηρίζει, δε, ότι η μείωση του κατακερματισμού του μουσουλμανικού κόσμου θα αποδυνάμωνε έναν από τους βασικούς παράγοντες της ισραηλινής περιφερειακής υπεροχής. Ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι ότι ο Ακτάι εντάσσει και την Ελλάδα στην ίδια στρατηγική εξίσωση, υποστηρίζοντας ότι θα έβλεπε αρνητικά μια τέτοια ενίσχυση της τουρκικής στρατηγικής θέσης. Με αυτόν τον τρόπο, μεταφέρει τη σημασία της Συμφωνίας της Μέκκας προς την ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο. Ο Χακί Οκάλ στη «Milliyet» προβάλλει την Τουρκία ως δύναμη που θα μπορούσε να διαμορφώσει έναν τρίτο πόλο, ανάμεσα στην αμερικανοϊσραηλινή τάξη και στην ιρανική περιφερειακή επιρροή – μια προσέγγιση λιγότερο θρησκευτική από εκείνη του Ακτάι, αλλά εξίσου φιλόδοξη ως προς το εύρος του περιφερειακού ρόλου που αποδίδει στην Αγκυρα.
Η Αίγυπτος
Οι Τούρκοι προσπάθησαν σε διπλωματικό επίπεδο το προηγούμενο διάστημα να επιτύχουν και την ένταξη της Αίγυπτου στη συμφωνία. To Κάιρο έχει βολιδοσκοπηθεί, όπως αποκάλυψε σε συνέντευξή του ο υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας, Χακάν Φιντάν, ο οποίος, μάλιστα, περιέγραψε τη Συμφωνία της Μέκκας ως προσπάθεια να «επανέλθει» στην περιοχή αυτή η σταθερότητα που λείπει «από την εποχή της αποχώρησης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας».
Ωστόσο, η Αίγυπτος επέλεξε να μείνει εκτός, αφενός μεν γιατί δεν ήθελε να προσχωρήσει σε μια συμμαχία που έχει ως δυνάμει αντίπαλο το Ισραήλ (όσο και αν ο Φιντάν επιμένει ότι η συμμαχία δεν στρέφεται εναντίον καμίας χώρας), αφετέρου δε για να μην εμπλακεί στις αντιπαλότητες που έχει καθεμία από τις συμβαλλόμενες χώρες στη Συμφωνία της Μέκκας στην περιοχή της. Η Αθήνα παρακολούθησε πάντως πολύ στενά τις διαβουλεύσεις και την πίεση που ασκήθηκε από την Τουρκία στην Αίγυπτο να προσχωρήσει στη συμμαχία μέσα από τις πέντε τηλεφωνικές επικοινωνίες που είχαν τον τελευταίο μήνα ο υπουργός Εξωτερικών Γιώργος Γεραπετρίτης με τον Αιγύπτιο ομόλογό του Μπαντρ Αμπντελάτι. Η πίεση αυτή δεν πρόκειται να σταματήσει, καθώς ο Χ. Φιντάν επισκέφθηκε το Κάιρο στις 13 Αυγούστου, δηλαδή μετά την υπογραφή της Συμφωνίας της Μέκκας.
Η Ελλάδα
Η συμφωνία πάντως συνιστά μια αρνητική εξέλιξη για τα ελληνικά συμφέροντα στην περιοχή, κατ’ αρχάς γιατί αναμένεται να δημιουργήσει αντισυσπειρώσεις. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου έχει μιλήσει σε ανύποπτο χρόνο για το «εξάγωνο» συμμαχιών Ισραήλ, Ινδίας, Ελλάδας, Κύπρου, αραβικών και αφρικανικών κρατών και αναμένεται να συνεχίσει την εξαιρετικά επιθετική τακτική, πιέζοντας για αντισυσπείρωση Ισραήλ, Ελλάδας, ΗΑΕ και της Ινδίας και περαιτέρω ενίσχυση των σχέσεών τους. Η Αθήνα θα βρεθεί υπό πίεση και οι Ισραηλινοί δεν μένουν απλώς στα λόγια, αλλά προχωρούν και σε έργα. Ενα δείγμα ότι το εννοούν ήταν πρόσφατα η αναγνώριση της πρώην βρετανικής Σομαλίας (Somaliland) ως ανεξάρτητου κράτους, κάτι που φέρνει το Ισραήλ σε ευθεία αντιπαράθεση με την Τουρκία και την Αίγυπτο, οι οποίες στηρίζουν την Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Σομαλίας, από την οποία αποσχίστηκε η Somaliland.
Μία άλλου είδους επιπλοκή αφορά τη συστοιχία Patriot που βρίσκεται στη Σαουδική Αραβία η οποία και με τη βούλα πλέον είναι σύμμαχος της Τουρκίας. Η κυβέρνηση διέρρευσε ότι η ανανέωση της συμφωνίας για την παραμονή της συστοιχίας θα εξετάζεται πλέον κάθε μήνα, ενώ η αντιπολίτευση ζητά την άμεση απομάκρυνσή της. Αυτά πάντως αποτελούν λόγια για εσωτερική κατανάλωση, καθώς μέσω της συστοιχίας η Αθήνα διατηρεί ισχυρά διπλωματικά ερείσματα στο Ριάντ και δεν έχει κανέναν λόγο να δείξει πως θεωρεί τη Συμφωνία της Μέκκας ως μια κίνηση που στρέφεται εναντίον της.
Η σημαντική απώλεια για την Αθήνα, λόγω των εξελίξεων με τη Συμφωνία της Μέκκας, είναι ασφαλώς ο εμπορικός διάδρομος IMEC που θα συνδέει την Ινδία με την Ευρώπη μέσω Σαουδικής Αραβίας, Ιορδανίας, Ισραήλ και Ελλάδας. Αμφιβολίες για γεωπολιτικές δεύτερες σκέψεις γι’ αυτόν τον διάδρομο είχαν εκδηλωθεί ήδη το 2025, όταν η Σαουδική Αραβία υπέγραψε τη συμφωνία αμυντικής συνεργασίας με το Πακιστάν, δημιουργώντας θέμα εμπιστοσύνης στις σχέσεις της με την Ινδία. Η Συμφωνία της Μέκκας συσπειρώνει τώρα δύο τουλάχιστον εχθρικές προς την Ινδία χώρες (Τουρκία και Πακιστάν) και επιπλέον μία ανοιχτά εχθρική απέναντι στο Ισραήλ (Τουρκία), κάτι που σημαίνει πως με τον συγκεκριμένο σχεδιασμό ο εμπορικός διάδρομος δεν μπορεί να υλοποιηθεί και αναμένεται να παραπεμφθεί στις καλένδες.
Δεύτερο θύμα
Αυτό, βεβαίως, είναι το δεύτερο αμερικανικής έμπνευσης έργο που πέφτει θύμα της αλλοπρόσαλλης εξωτερικής πολιτικής της σημερινής αμερικανικής ηγεσίας – το πρώτο είναι οι Συμφωνίες του Αβραάμ που μετά τη Συμφωνία της Μέκκας αποκλείεται να επεκταθούν και στη Σαουδική Αραβία. Γιατί δεν υπάρχει αμφιβολία πως η Συμφωνία της Μέκκας δεν θα υπήρχε ούτε στα χαρτιά αν ο Αμερικανός Πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δεν αποφάσιζε να αποσταθεροποιήσει την περιοχή με τον πόλεμο στο Ιράν. Δεν υπάρχει αμφιβολία επίσης ότι οι περιφερειακές συσπειρώσεις και αντισυσπειρώσεις που θα δημιουργηθούν θα οφείλονται στην εμφανή αδυναμία των Αμερικανών να συνεχίσουν να διατηρούν την τάξη και τη σταθερότητα στην περιοχή, στην οποία ασκούν ηγεμονία από τον πρώτο πόλεμο του Κόλπου το 1991. Η ραγδαία υποχώρηση της αμερικανικής ισχύος στη Μέση Ανατολή θα έπρεπε να προβληματίσει την Αθήνα, αφού θα δημιουργήσει νέα δεδομένα σε μια περιοχή που θα βρίσκεται σε μόνιμη αστάθεια, καθώς και περισσότερες από μία συσπειρώσεις μεσαίων και μικρότερων δυνάμεων, για τις οποίες η Ιστορία διδάσκει πως το μόνο που δεν μπορούν να εγγυηθούν είναι η ειρήνη και η σταθερότητα.





































































































