Γράφει ο Ανδρέας Καλλιβωκάς
Δεν γράφω ως ειδικός στον τουρισμό. Ούτε ως οικονομολόγος, ούτε ως πολεοδόμος, ούτε ως άνθρωπος που θέλει να κάνει τον έξυπνο πάνω σε ένα θέμα δύσκολο, σύνθετο και κρίσιμο για χιλιάδες οικογένειες. Γράφω απλώς ως πολίτης που βλέπει, ακούει, συζητά και ανησυχεί. Ξέρω ότι το κείμενο είναι μακροσκελές. Ίσως μοιάζει και σαν μια μικρή απολογία. Όχι όμως απολογία απέναντι σε κάποιον. Περισσότερο απέναντι σε έναν τόπο που αγάπησα πολύ.
Έναν τόπο που δεν ήταν δικός μου από καταγωγή, αλλά έγινε δικός μου από ζωή. Εκεί μεγάλωσαν τα παιδιά μου. Εκεί παίζουν τώρα τα εγγόνια μου. Εκεί γνώρισα ανθρώπους, μυρωδιές, φαγητά, ντοπιολαλιές, ειλικρίνεια, απλότητα, μια αυθεντικότητα που δεν χρειαζόταν να διαφημιστεί, γιατί απλώς υπήρχε. Δεν ήταν όλα τέλεια. Κανένας τόπος δεν είναι τέλειος. Αλλά είχε πρόσωπο. Είχε φωνή. Είχε τρόπο. Και αυτό είναι που φοβάμαι πως χάνεται. Όχι από τον τουρισμό γενικά. Ο τουρισμός μπορεί να είναι ευλογία. Μπορεί να φέρει δουλειές, ζωή, ανταλλαγή, άνοιγμα στον κόσμο. Το πρόβλημα αρχίζει όταν ο τουρισμός γίνεται ανεξέλεγκτος, απρογραμμάτιστος και άπληστος. Όταν δεν συναντά τον τόπο, αλλά τον καταναλώνει.
Κάποτε η φιλοξενία είχε μέσα της τον Ξένιο Δία. Ο ξένος ήταν καλοδεχούμενος, αλλά ο οικοδεσπότης δεν εξαφανιζόταν μπροστά του. Σήμερα, πολλές φορές, μοιάζει σαν να περάσαμε από τον Ξένιο Δία στον οσφυοκάμπτη οικοδεσπότη. Δεν φιλοξενούμε απλώς. Υποκλινόμαστε. Δεν ανοίγουμε τον τόπο μας. Τον προσαρμόζουμε τόσο πολύ, που στο τέλος δεν θυμίζει τον εαυτό του. Μπαίνεις σε μια ταβέρνα και πριν προλάβεις να πεις «καλημέρα», σε ρωτούν στα αγγλικά. Η γλώσσα υποχωρεί. Η ντοπιολαλιά, όταν ακούγεται, μοιάζει καμιά φορά σαν να χρειάζεται ξενικό αξάν για να πουληθεί καλύτερα. Το φαγητό αλλάζει, η μουσική αλλάζει, οι επιγραφές αλλάζουν, οι συνήθειες αλλάζουν. Όχι πάντα επειδή συναντήθηκαν δημιουργικά με το ξένο, αλλά επειδή ντράπηκαν για το δικό τους.
Οι Γάλλοι έχουν μια ωραία λέξη: terroir. Δεν σημαίνει απλώς έδαφος. Σημαίνει το άρωμα ενός τόπου, τη γεύση του, το κλίμα του, τη μνήμη του, τον τρόπο των ανθρώπων του. Αυτό κινδυνεύει όταν όλα γίνονται προϊόν. Να χαθεί το άρωμα του τόπου και να μείνει μόνο η συσκευασία.
Συχνά ακούμε ότι ο τουρισμός είναι η «βαριά βιομηχανία» της χώρας. Ίσως όμως αυτή η φράση χρειάζεται προσοχή. Ο τουρισμός δεν είναι βαριά βιομηχανία με την παλιά έννοια της παραγωγής. Είναι κυρίως παροχή υπηρεσιών. Και οι υπηρεσίες, όσο σημαντικές κι αν είναι, έχουν μια γνωστή ευθραυστότητα.
Εξαρτώνται από την εικόνα ενός τόπου. Από το νερό του. Από τους δρόμους του. Από την καθαριότητά του. Από την ασφάλεια. Από το φυσικό περιβάλλον. Από την αίσθηση αυθεντικότητας. Από το αν οι άνθρωποι που ζουν εκεί μπορούν ακόμη να ζουν με αξιοπρέπεια. Γιατί αν εξαντλήσεις τον τόπο που πουλάς ως εμπειρία, τότε κάποια στιγμή δεν έχεις πια εμπειρία να προσφέρεις. Έχεις μόνο ένα σκηνικό κουρασμένο, υπερφορτωμένο, ακριβό και αλλοιωμένο.
Η Ελλάδα είχε το 2025 ταξιδιωτικές εισπράξεις περίπου 23,6 δισεκατομμύρια ευρώ, αυξημένες κατά 9,4% σε σχέση με το 2024. Η εισερχόμενη ταξιδιωτική κίνηση έφτασε τα 43,3 εκατομμύρια ταξιδιώτες, αυξημένη κατά 6,4%. Αυτοί οι αριθμοί δείχνουν τη μεγάλη οικονομική σημασία του τουρισμού. Αλλά οι αριθμοί μόνοι τους δεν αρκούν. Γιατί πίσω από τις αφίξεις υπάρχουν δρόμοι. Πίσω από τις κρατήσεις υπάρχει νερό. Πίσω από τις πληρότητες υπάρχουν απορρίμματα. Πίσω από την ανάπτυξη υπάρχει ένας τόπος που πρέπει να αντέξει.
Υπάρχει ένας όρος που οι ειδικοί τον λένε φέρουσα ικανότητα. Εγώ, απλά, τον καταλαβαίνω ως εξής: Πόσο αντέχει ένας τόπος πριν αρχίσει να χάνει την ισορροπία του; Πόσους ανθρώπους μπορεί να δεχτεί χωρίς να στερέψει το νερό του;
Πόσα αυτοκίνητα χωρίς να παραλύσουν οι δρόμοι του; Πόσα καταλύματα, πόσες πισίνες, πόσες ξαπλώστρες, πόσες άδειες, πόσες «επενδύσεις», πριν η καθημερινή ζωή των κατοίκων γίνει βάρος μέσα στον ίδιο τους τον τόπο; Ο τόπος δεν είναι μόνο παραλία. Δεν είναι μόνο θέα. Δεν είναι μόνο ηλιοβασίλεμα. Δεν είναι μόνο «προϊόν».
Ο τόπος είναι οι άνθρωποι που ζουν εκεί τον Νοέμβρη, τον Φλεβάρη, τον Μάρτη. Είναι το παιδί που ψάχνει σπίτι για να μείνει. Είναι ο δάσκαλος, ο γιατρός, ο εργαζόμενος, ο ηλικιωμένος, ο μόνιμος κάτοικος που βλέπει τη γειτονιά του να μετατρέπεται σιγά σιγά σε σκηνικό προσωρινής κατανάλωσης.
Όταν τα σπίτια γίνονται όλα καταλύματα, κάποια στιγμή ο τόπος μένει χωρίς κατοίκους. Και τόπος χωρίς κατοίκους δεν είναι πια κοινότητα. Είναι βιτρίνα.
Το ίδιο ισχύει και για το νερό. Δεν μπορούμε να μιλάμε για τουριστική ανάπτυξη σαν να είναι το νερό ανεξάντλητο. Το 2023 η λειψυδρία επηρέασε το 28% της έκτασης της Ευρωπαϊκής Ένωσης και το 32% του πληθυσμού της. Στη νότια Ευρώπη, μάλιστα, η γεωργία, η δημόσια ύδρευση και ο τουρισμός ασκούν σημαντική πίεση στους υδατικούς πόρους. Και ύστερα είναι τα απορρίμματα. Τα λύματα. Οι δρόμοι. Η στάθμευση. Η ηχορύπανση. Η άναρχη δόμηση. Η παράκτια ζώνη που πιέζεται. Το τοπίο που πουλιέται κομμάτι κομμάτι στο όνομα της ανάπτυξης.
Δεν είναι λοιπόν το ερώτημα αν θέλουμε τουρισμό. Φυσικά και θέλουμε. Αλλά τι είδους τουρισμό;
Τουρισμό που σέβεται τον τόπο ή τουρισμό που τον εξαντλεί; Τουρισμό που κρατά ζωντανή την κοινότητα ή τουρισμό που τη διώχνει; Τουρισμό που ενισχύει την τοπική οικονομία ή τουρισμό που αφήνει πίσω του κούραση, σκουπίδια, ακριβότερη ζωή και χαμένη αυθεντικότητα; Δεν είναι αντιτουριστική σκέψη να μιλάμε για όρια. Ίσως είναι ο μόνος τρόπος να προστατεύσουμε και τον τουρισμό και τον τόπο. Γιατί όταν μια υπηρεσία στηρίζεται στην ομορφιά, στην εμπειρία και στην ποιότητα ζωής ενός τόπου, τότε η καταστροφή αυτού του τόπου δεν είναι ανάπτυξη. Είναι αυτοϋπονόμευση.
Ο τουρισμός μπορεί να είναι ευλογία.
Αρκεί να μη γίνει η νέα μορφή λεηλασίας με χαμόγελα, κρατήσεις, φωτογραφίες και ωραίες λέξεις. Κανένας τόπος δεν σώζεται μόνο επειδή τον επισκέπτονται πολλοί. Σώζεται όταν όσοι τον αγαπούν —κάτοικοι, επισκέπτες, επαγγελματίες, πολιτεία— μαθαίνουν πρώτα να μην τον εξαντλούν. Και ίσως, πριν μετρήσουμε ξανά αφίξεις, εισπράξεις και πληρότητες, να χρειάζεται να ρωτήσουμε κάτι πιο απλό και πιο τίμιο:
Μήπως κινδυνεύουμε να σκοτώσουμε αυτό που ήρθαν να δουν;
Πηγές στοιχείων:
Τράπεζα της Ελλάδος — «Εξελίξεις στο ταξιδιωτικό ισοζύγιο πληρωμών: 2025».
Συνήγορος του Πολίτη — «Βιώσιμη Τουριστική Ανάπτυξη: Πλαίσιο, Υποδομές, Πόροι», Ειδική Έκθεση 2024.
European Environment Agency — «Water scarcity conditions in Europe», 2025.
European Commission — «New rules bring increased transparency to the short-term rentals sector», 2026.





































































































