Δεν είναι άγνωστο το κόστος για την αποκαλούμενη παραπαιδεία η οποία έχει καταστεί σημαντικότερη από την θεσμοθετημένη εκπαίδευση. Ωστόσο έρχεται μια έρευνα από το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ να δώσει μια άλλη διάσταση για τα οικονομικά δεδομένα του εκπαιδευτικού συστήματος και του κόστους που συνεπάγεται για την ελληνική οικογένεια.
Σύμφωνα με αυτήν ένας στους δύο εργαζόμενους του ιδιωτικού τομέα (49%) καταβάλει τουλάχιστον 500 € σε εκπαιδευτικές δαπάνες για τα παιδιά του σε μηνιαία βάση, ενώ το 30% ξοδεύει τουλάχιστον 750 €, δηλαδή σχεδόν έναν μηνιαίο κατώτατο μισθό.
Τα στοιχεία της ειδικής θεματικής έρευνας κοινής γνώμης, που υλοποιήθηκε σε συνεργασία με την εταιρεία Alco, και απευθύνεται σε εργαζόμενους ιδιωτικού τομέα, για την καταγραφή-μέτρηση αποτίμηση δεικτών σχετικά με το κόστος των εκπαιδευτικών δαπανών στα οικογενειακά εισοδήματα των μισθωτών παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον, δεδομένο που επισημαίνει ο Πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Λασιθίου Μανόλης Πεπόνης, που συμμετείχε στην επίσημη παρουσίαση της έρευνας.
Τα προβλήματα θα μεγαλώσουν
«Η έρευνα μας εντυπωσίασε κι εμάς γιατί έγινε σε μια συγκυρία όπου οι πιέσεις από τις αυξήσεις των τιμών σε αγαθά και υπηρεσίες δεν μπορούν να καλυφθούν από τις εφαρμοζόμενες αυξήσεις των μισθών του ιδιωτικού τομέα. Παράλληλα έχουμε νέες δημόσιες εκπαιδευτικές πολιτικές, χωρίς όμως να αποτελεί αντικείμενο συζήτησης το κόστος που ενδεχομένως αυτές θα έχουν για τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς των νοικοκυριών, ή αν αυτές επιτείνουν σε κοινωνικές ανισότητες. Η έρευνα λοιπόν δείχνει προβλήματα που θα μεγαλώσουν», επισημαίνει ο Πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Λασιθίου.
«Επισημαίνεται ότι από το ποσοστό του δείγματος των εργαζομένων των οποίων τα παιδιά φοιτούν στο Λύκειο, δεν υπάρχει ούτε ένας που να μη καταβάλει δίδακτρα για φροντιστήρια και φροντιστήρια ξένων γλωσσών. Ενώ ήδη από το Γυμνάσιο τα αντίστοιχα ποσοστά ανέρχονται στο 80% για φροντιστήρια και 80% για φροντιστήρια ξένων γλωσσών», εξηγεί ο κ. Πεπόνης.
Το 74% του δείγματος δηλώνει ότι τους τελευταίους 12 μήνες έχει καταβάλει δαπάνες για φροντιστήρια. Πιο συγκεκριμένα, το 36% αφορούσε φροντιστήρια ενίσχυσης της σχολικής επίδοσης, ενώ ένα ακόμη 38% χρειάστηκε να πληρώσει ιδιωτικές υπηρεσίες διδασκαλίας ξένων γλωσσών για τα παιδιά του, παρά το γεγονός ότι η διδασκαλία ξένων γλωσσών συμπεριλαμβάνεται στα αναλυτικά προγράμματα της δωρεάν υποχρεωτικής και μέσης εκπαίδευσης. Είναι σαφές ότι οι εκπαιδευτικές δαπάνες που καταβάλουν οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα με παιδιά φέρουν το ίχνος του εξετασιοκεντρικού τρόπου λειτουργίας του εκπαιδευτικού συστήματος και συνδέονται άμεσα με την ανάγκη βελτίωσης της σχολικής επίδοσης ή την κάλυψη δομικών του ανεπαρκειών.
Ανελαστικές δαπάνες
«Οι εργαζόμενοι του ιδιωτικού τομέα με παιδιά εκτιμούν ότι οι ιδιωτικές δαπάνες για την εκπαίδευση τους είναι ανελαστικές και δύσκολα μπορούν να μειωθούν κι αυτό ασφαλώς γεννά προβληματισμούς», σημειώνει ο Μανόλης Πεπόνης.
Έτσι, εμφανίζεται μόνο ένα 9% να δηλώνει ότι τις μείωσε σημαντικά, ένα 48% λίγο και ένα 43% καθόλου. Ακόμα, το 91% των συμμετεχόντων στο δείγμα, δηλώνει ότι τα τελευταία τρία χρόνια το κόστος των εκπαιδευτικών δαπανών αυξάνεται συνεχώς. Παράλληλα ένα 20% των απαντήσεων του δείγματος δηλώνει ότι λαμβάνει υποστήριξη από συγγενείς του ευρύτερου οικογενειακού περιβάλλοντος, προκειμένου να καλύψει το κόστος των οικογενειακών ιδιωτικών εκπαιδευτικών δαπανών.
Βασικό συμπέρασμα που προκύπτει από τα ευρήματα της έρευνας, είναι η διαφοροποιημένη επίδραση του κόστους των ιδιωτικών υπηρεσιών εκπαίδευσης ανάλογα με το μέγεθος των νοικοκυριών και την ύπαρξη εξαρτώμενων μελών στη σύνθεσή του. «Οι δαπάνες υποστήριξης της σχολικής επίδοσης σε φροντιστήρια, δομές εκμάθησης ξένων γλωσσών ή η υποστήριξη της διαβίωσης των φοιτητών εκτός της οικογενειακής εστίας, αξιολογούνται από τους ίδιους τους εργαζόμενους που τις έχουν ως ανελαστικές. Λένε δηλαδή πως δεν μπορούν εύκολα να κάνουν οποιαδήποτε μείωση, γιατί συνδέονται με την προσδοκία ενός θετικού αποτελέσματος από την σχολική επίδοση ή το πτυχίο. Προσδοκούν όλοι πως με την θυσία αυτή θα έχουν κάποιο εργασιακό αποτέλεσμα στο μέλλον για τα παιδιά τους, αν και δεν είναι πλέον βέβαιο πως θα βρουν δουλειά», εξηγεί ο Πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Λασιθίου.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ




































































































