Η μετάβαση σε καθαρές μορφές ενέργειας αποτελεί, αναντίρρητα, το μεγάλο στοίχημα της εποχής μας. Όμως, στο όνομα αυτής της «πράσινης» μετάβασης, η Κρήτη έχει βρεθεί συχνά στο στόχαστρο ενός σχεδιασμού που προσιδιάζει περισσότερο σε βιομηχανική άλωση των βουνών της παρά σε αειφόρο ανάπτυξη. Η πρόσφατη εξέταση της Μελέτης Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ) για το φαραωνικό έργο των 8 Αιολικών Σταθμών Παραγωγής Ηλεκτρικής Ενέργειας (ΑΣΠΗΕ), συνολικής ισχύος 136 MW, στους Δήμους Ιεράπετρας και Σητείας, αποτελεί το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της στρεβλής προσέγγισης.
Ευτυχώς, κι αυτή τη φορά, το υπηρεσιακό ανάχωμα λειτούργησε. Η Διεύθυνση Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού της Περιφέρειας Κρήτης, μελετώντας σε βάθος τον φάκελο, εξέδωσε μια πλήρως τεκμηριωμένη, αρνητική γνωμοδότηση, καταπέλτη για τους υποτιθέμενους σχεδιασμούς που μαρτυρούν «δουλειές του ποδαριού» που αγνοούν το φυσικό και το κοινωνικό περιβάλλον της Κρήτης. Μια απόφαση που δεν βασίζεται σε τοπικιστικά σύνδρομα, αλλά σε αδιάσειστα επιστημονικά, χωροταξικά και οικολογικά δεδομένα. Το οφείλουμε στον τόπο μας να ιχνηλατήσουμε, σημείο προς σημείο, τους λόγους για τους οποίους αυτό το έργο κρίθηκε ως απολύτως καταστροφικό από την Υπηρεσία και αναμένεται να απορριφθεί από την Επιτροπή Περιβάλλοντος της Περιφέρειας Κρήτης που συνεδριάζει αυτή την ώρα (φωτογραφία).
Η χωροταξική Ύβρις και η περιφρόνηση του Περιφερειακού Σχεδιασμού
Η αρχή του προβλήματος εντοπίζεται στην πλήρη περιφρόνηση του εγκεκριμένου Περιφερειακού Χωροταξικού Πλαισίου (ΠΧΠ) Κρήτης. Το ΠΧΠ προκρίνει ξεκάθαρα τη συγκεντρωμένη χωρική ανάπτυξη ενεργειακών υποδομών και θεσπίζει την απόλυτη εξαίρεση των περιοχών Natura 2000 από την εγκατάσταση αιολικών σταθμών. Η Κρήτη δεν είναι ηπειρωτική χώρα. Λόγω της γεωγραφικής της απομόνωσης και του εξαιρετικά υψηλού ενδημισμού, τα οικοσυστήματά της είναι τρομακτικά ευάλωτα. Αν ένα είδος εξαφανιστεί τοπικά, δεν υπάρχει καμία δεξαμενή πληθυσμού από γειτονικές περιοχές για να το αναπληρώσει.
Παρά ταύτα, ο προτεινόμενος σχεδιασμός προέβλεπε την εγκατάσταση του 50% του έργου (12 από τις 24 ανεμογεννήτριες) μέσα στην καρδιά του δικτύου Natura 2000!
Οι σταθμοί «Αφέντης-Παπουράς» και «Κλήρος-Καψάς» χωροθετούνταν εντός της Ειδικής Ζώνης Διατήρησης του Όρους Θρυπτή, ενώ άλλες τέσσερις ανεμογεννήτριες «προσγειώνονταν» στη Ζώνη Ειδικής Προστασίας στα Όρη Ζάκρου. Η ασυμβατότητα δεν σταματά εδώ.
Με βάση το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο για τις ΑΠΕ (ΕΧΠ-ΑΠΕ 2026), τα υψόμετρα άνω των 1.200 μέτρων αποτελούν ζώνες αποκλεισμού. Όμως, οι 8 ανεμογεννήτριες στη Θρυπτή σχεδιάστηκαν σε υψόμετρα από 1.246 έως και 1.443 μέτρα.
Οι μελετητές επιχείρησαν να παρακάμψουν τον νέο νόμο πατώντας σε μεταβατικές διατάξεις του παρωχημένου πλαισίου του 2008, χρησιμοποιώντας αυθαίρετες αφαιρέσεις αιτήσεων και μαθηματικές αλχημείες (μεταβάλλοντας τα όρια των ισοδύναμων Α/Γ από 866,20 σε 886,20) για να «χωρέσουν” το έργο. Η Υπηρεσία, ωστόσο, δεν ξεγελάστηκε από τη λογιστική διαχείριση του χώρου.
Το χρονικό ενός προαναγγελθέντος Οικολογικού Εγκλήματος
Ακόμη πιο εξοργιστική είναι η προσέγγιση της μελέτης απέναντι στην ορνιθοπανίδα και ειδικά στους απειλούμενους γύπες της Κρήτης. Το Εθνικό Σχέδιο Δράσης για τα πτωματοφάγα πτηνά είναι σαφές ως προς την προστασία των ενεργών επικρατειών τους. Η περιοχή της Θρυπτής αποτελεί ενεργό αναπαραγωγική επικράτεια ενός ζεύγους Γυπαετού, ενός εμβληματικού είδους που στην Ελλάδα επιβιώνει πλέον αποκλειστικά στην Κρήτη.
Κατά την έρευνα πεδίου καταγράφηκαν 32 διελεύσεις Γυπαετού, με τις 28 να γίνονται σε απόσταση μικρότερη των 250 μέτρων από τα σημεία που θα στήνονταν τα θηριώδη πτερύγια. Ποιο ήταν το συμπέρασμα της Ειδικής Οικολογικής Αξιολόγησης; Ότι «δεν αναμένεται εκτόπιση του είδους». Ένας ισχυρισμός εντελώς αυθαίρετος, χωρίς κανένα επιστημονικό προηγούμενο, που καταδικάζει τα πουλιά σε αυξημένο ενεργειακό κόστος πτήσης, απώλεια ενδιαιτήματος και μείωση της αναπαραγωγικής τους ικανότητας. Παράλληλα, τα ίδια τα μοντέλα της μελέτης παραδέχονταν ετήσια θνησιμότητα για το Όρνιο (έως 3,26 άτομα ανά έτος σε έναν μόνο σταθμό).
Πώς όμως να προκύψουν αξιόπιστα στοιχεία, όταν η ίδια η ορνιθολογική έρευνα πεδίου έπασχε από πρωτοφανές χρονικό έλλειμμα;
Οι μελετητές αφιέρωσαν 50 ανθρωποημέρες τους μήνες Αύγουστο, Οκτώβριο, Δεκέμβριο και Μάρτιο. Παρέλειψαν πλήρως, όμως, το τετράμηνο Απριλίου-Ιουλίου. Δηλαδή, αγνόησαν επιδεικτικά την πιο κρίσιμη περίοδο αναπαραγωγής, επώασης και φροντίδας των νεοσσών για τα μεγάλα αρπακτικά, ακυρώνοντας εν τη γενέσει της κάθε σοβαρότητα της μελέτης.
Βίαιη αλλοίωση του τοπίου και καταστροφή οικοτόπων
Εάν το έργο προχωρούσε, δεν θα μιλούσαμε απλώς για ανεμογεννήτριες, αλλά για ριζική μεταμόρφωση του αναγλύφου της ανατολικής Κρήτης. Μόνο για την εγκατάσταση 8 ανεμογεννητριών σε απότομες πλαγιές της Θρυπτής (με κλίσεις δρόμων που αγγίζουν το απαγορευτικό 17%), προβλέπονταν εκσκαφές άνω των 612.000 κυβικών μέτρων! Μιλάμε για μια κολοσσιαία πληγή στο βουνό, με πλεονάζοντα μπάζα σχεδόν 380.000 κυβικών μέτρων, πρανή ορυγμάτων ύψους 6 μέτρων και επιφάνεια άμεσης επέμβασης άνω των 317 στρεμμάτων. Η κλίμακα της επέμβασης είναι απολύτως δυσανάλογη με την παραγόμενη ενέργεια, οδηγώντας σε μη αναστρέψιμη αλλοίωση της γεωμορφολογίας του βουνού.
Αυτή η βάναυση επέμβαση συνεπάγεται άμεση παράβαση της ευρωπαϊκής και εθνικής νομοθεσίας. Στην περιοχή της Θρυπτής, ο κοινοτικού ενδιαφέροντος οικότοπος 5430 (Ενδημικά φρύγανα) έχει συνολική έκταση 339,50 εκτάρια. Η Πολιτεία έχει θεσμοθετήσει την αυστηρή διατήρηση αυτού ακριβώς του νούμερου. Τα έργα όμως θα καταλάμβαναν άμεσα 13,66 εκτάρια, μειώνοντας την έκταση στα 325,84 εκτάρια. Αυτό δεν είναι «δυνητική επίπτωση»· είναι μετρήσιμη, ευθεία παραβίαση ενός θεσμοθετημένου, νομικά δεσμευτικού ποσοτικού στόχου διατήρησης, η οποία από μόνη της καθιστά το έργο παράνομο.
Ταυτόχρονα, μπαίνει ταφόπλακα στο παραδοσιακό τοπίο. Η περιοχή του ΑΣΠΗΕ «Κλήρος- Καψάς» είναι κατάσπαρτη από παραδοσιακές αναβαθμίδες και ξερολιθιές, έργα μόχθου γενεών που προστατεύουν το έδαφος από τη διάβρωση και φιλοξενούν πλούσια μικροπανίδα. Οι διανοίξεις οδοποιίας και οι τεράστιες πλατείες ισοπέδωναν οριστικά αυτή την πολιτισμική και οικολογική κληρονομιά.
Το τέλος της Φυσικής Απομόνωσης
Επιπρόσθετα, στα επίσημα δεδομένα (SDF) των περιοχών Natura της Θρυπτής, οι αιολικές εγκαταστάσεις, η διάνοιξη δρόμων και η κατάτμηση οικοσυστημάτων αναγνωρίζονται ήδη ως οι υπ’ αριθμόν ένα απειλές. Το προτεινόμενο έργο ερχόταν να ρίξει λάδι στη φωτιά, εισάγοντας ακριβώς τις πιέσεις που θεωρούνται καταστροφικές.
Προβλέπονταν συνολικά 24,37 χιλιόμετρα νέων δρόμων. Η διάνοιξη ενός τέτοιου οδικού δικτύου σε παρθένα υψόμετρα αίρει μόνιμα τη φυσική απομόνωση του βουνού. Η απομόνωση αυτή είναι που επέτρεψε στη βιοποικιλότητα της Θρυπτής να επιβιώσει μέχρι σήμερα. Η εύκολη πρόσβαση ανοίγει τον ασκό του Αιόλου για ανεξέλεγκτη κίνηση οχημάτων, λαθροθηρία, μετατροπή ρεματιών σε χωματερές και, φυσικά, κατακόρυφη αύξηση του κινδύνου πυρκαγιάς σε εξαιρετικά δυσπρόσιτες, μέχρι πρότινος, δασικές εκτάσεις.
Η ΜΠΕ, αντί να μελετήσει πώς θα αποτραπούν όλα αυτά, ακολούθησε την προσφιλή τακτική του «μονόδρομου». Οι εναλλακτικές λύσεις που εξέτασε ήταν πρακτικά ανύπαρκτες, περιορίστηκαν στη μηδενική λύση, σε έναν παλαιό, εντελώς ανεδαφικό σχεδιασμό 85 Α/Γ και σε ένα ισοδύναμο φωτοβολταϊκό. Παραβιάστηκε δηλαδή η βασική αρχή της προληπτικής αποφυγής: δεν εξετάστηκαν μικροχωροθετήσεις ή αφαιρέσεις συγκεκριμένων ανεμογεννητριών που θα έσωζαν τον οικότοπο 5430, την επικράτεια του Γυπαετού ή τις ξερολιθιές.
Ένα ξεκάθαρο και απαραίτητο «Όχι»
Το τελικό συμπέρασμα της Διεύθυνσης Περιβάλλοντος και Χωρικού Σχεδιασμού της Περιφέρειας Κρήτης συνιστά μια νίκη της λογικής, της επιστήμης και της θεσμικής σοβαρότητας απέναντι στην επενδυτική προχειρότητα.
Η απόρριψη του έργου των 8 ΑΣΠΗΕ θεμελιώνεται πάνω σε κρυστάλλινα επιχειρήματα: το έργο προκαλεί εκτεταμένη, μόνιμη και μη αναστρέψιμη βλάβη στη βιοποικιλότητα του νησιού μας. Καταπατά θεσμοθετημένους στόχους διατήρησης οικοτόπων. Θέτει σε θανάσιμο κίνδυνο τα σπάνια πτωματοφάγα αρπακτικά της Κρήτης και βιάζει το φυσικό ανάγλυφο με παρεμβάσεις πρωτοφανούς κλίμακας.
Η απόφαση αυτή πρέπει να αποτελέσει τον «οδηγό» για την αξιολόγηση κάθε μελλοντικής επένδυσης στον τόπο μας. Η λασιθιώτικη γη, από την Ιεράπετρα ως τη Σητεία και τη Θρυπτή, δεν είναι άδειος καμβάς για να ικανοποιηθούν τα νούμερα των εταιρειών ενέργειας. Έχει ιστορία, έχει ευαίσθητη οικολογική ισορροπία, έχει παραγωγικό ιστό. Η «πράσινη ανάπτυξη» δεν μπορεί να χτίζεται πάνω στα συντρίμμια του φυσικού μας πλούτου. Και, ευτυχώς, υπάρχουν ακόμα θεσμικά όργανα που αρνούνται να συναινέσουν σε αυτόν τον παραλογισμό.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ
Από τη στήλη ΙΧΝΗΛΑΣΙΕΣ της έντυπης έκδοσης της ΑΝΑΤΟΛΗΣ

































































































