Τους βλέπουμε στα μποτιλιαρίσματα του Β.Ο.Α.Κ, σε καπό αυτοκινήτων στη Νεάπολη να τους κάνουν βόλτες στις πλατείες, ακόμα και πάνω σε φτερό αεροπλάνου στο αεροδρόμιο Ηρακλείου! Ο λόγος για τους γύπες, τα όρνια της Κρήτης, τα οποία και το φετινό καλοκαίρι γίνονται αντικείμενο συζήτησης μέσα από βίντεο στα κοινωνικά δίκτυα. Τι συμβαίνει όμως με τα εντυπωσιακά πτηνά και γιατί τα συναντάμε τόσο συχνά σε τέτοιες καταστάσεις;
Αυτές οι «αναγκαστικές προσγειώσεις» δεν είναι τυχαίες ούτε μεμονωμένες. Αντικατοπτρίζουν μια βαθύτερη οικολογική δυναμική και την ανάγκη για μια νέα ανάγνωση της σχέσης μας με την άγρια πανίδα. Όπως εξηγεί στα «Χανιώτικα νέα» ο Δρ. Σταύρος Ξηρουχάκης, επιστήμονας του Μουσείου Φυσικής Ιστορίας Κρήτης, πίσω από κάθε τέτοιο βίντεο κρύβεται μια ιστορία επιβίωσης.
Η Κρήτη βιώνει μια σημαντική πληθυσμιακή αύξηση των Όρνιων γεγονός που αποτελεί μια αναμφισβήτητη οικολογική επιτυχία. Ωστόσο, η αύξηση αυτή συνοδεύεται από ένα σκληρό τίμημα. Κάθε χρόνο γεννιούνται και φτερώνονται περίπου 400 με 450 νεαρά πουλιά, αλλά η θνησιμότητα κατά τον πρώτο χρόνο της ζωής τους αγγίζει το 50%.
Αυτό το υψηλό ποσοστό δεν οφείλεται σε κάποια ασθένεια, αλλά στην ίδια τη φύση της ανάπτυξης του είδους. Όπως εξηγεί ο κ. Ξηρουχάκης οι νεαροί γύπες χρειάζονται 4 έως 5 χρόνια για να ωριμάσουν και να μάθουν να επιβιώνουν στη φύση.
Σύμφωνα με τον επιστήμονα, τρεις είναι οι κρίσιμοι παράγοντες για την επιβίωση ενός νεαρού γύπα:
- Απειρία στην Πτήση: Τα νεαρά πουλιά, έχοντας γεννηθεί την άνοιξη, παρασύρονται εύκολα από τα καλοκαιρινά μελτέμια και συχνά καταλήγουν να πνίγονται στη θάλασσα ή να προσγειώνονται σε επικίνδυνα σημεία.
- Ανταγωνισμός για Τροφή: Στα πτώματα ζώων, τα ενήλικα και πιο έμπειρα πουλιά εκτοπίζουν τα νεαρά, αφήνοντάς τα υποσιτισμένα.
- Φυσιολογική Εξάντληση: Η έλλειψη εμπειρίας οδηγεί σε πείνα και αφυδάτωση, καθιστώντας τα πουλιά ανίκανα να απογειωθούν ξανά μόλις ακουμπήσουν στο έδαφος.
ΕΜΕΙΣ “ΕΙΣΒΑΛΛΟΥΜΕ” ΣΤΟΝ ΧΩΡΟ ΤΟΥΣ
Μια κοινή παρανόηση είναι ότι οι γύπες «εισβάλλουν» στις πόλεις μας. Η πραγματικότητα, σύμφωνα με τον Δρ. Ξηρουχάκη, είναι αντίστροφη· ο αστικός ιστός επεκτείνεται προς την ενδοχώρα, καταλαμβάνοντας τον φυσικό χώρο των πτηνών.
Η αλλαγή στη χρήση γης μεταμορφώνει το τοπίο, συνεπώς εκεί που παλαιότερα υπήρχαν οι ελαιώνες, σήμερα ορθώνεται ένα αεροδρόμιο. Εκεί που υπήρχαν αγροτικοί δρόμοι, σήμερα διέρχεται ο ΒΟΑΚ. Τα πουλιά δεν άλλαξαν τις συνήθειές τους· απλώς ο χώρος όπου παραδοσιακά προσγειώνονταν έχει πλέον οικοδομηθεί.
Η παρουσία τους σε αυτούς τους χώρους αποτελεί μια παθολογική κατάσταση που απορρέει από την εξάντληση και τον αποπροσανατολισμό.
ΤΙ ΚΑΝΟΥΜΕ ΟΤΑΝ ΣΥΝΑΝΤΗΣΟΥΜΕ ΓΥΠΑ
Ως προς την αντιμετώπιση ενός εξαντλημένου γύπα, ο κ. Ξηρουχάκης εξηγεί στα «Χανιώτικα νέα» ότι κάτι τέτοιο απαιτεί ψυχραιμία και γνώση. Τα πουλιά που βρίσκονται στο οδόστρωμα είναι συνήθως σε κατάσταση σοκ, αφυδατωμένα και αποπροσανατολισμένα.
Σε τέτοιες περιπτώσεις, η προτεραιότητα δεν είναι η τροφή, αλλά η ενυδάτωση. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Δρ. Ξηρουχάκης, τα πουλιά αυτά χρειάζονται «ορό και ηλεκτρολύτες», ακριβώς όπως ένας ασθενής που εισάγεται στο νοσοκομείο.
Οι οδηγίες λοιπόν προς τους πολίτες κωδικοποιούνται ως εξής:
- Μην πλησιάζετε: Παρά την αφελή εμφάνιση των νεαρών, η προσέγγιση είναι επικίνδυνη. Το ράμφος τους κόβει σαν ψαλίδι (μπορούν να καταναλώσουν ένα πρόβατο σε 15 λεπτά), ενώ υπάρχει κίνδυνος σοβαρού τραυματισμού στο μάτι από το ράμφος ή από το χτύπημα των φτερών τους λόγω του φόβου τους.
- Αποφύγετε τον εντυπωσιασμό: Η έκθεση των πτηνών ως θέαμα (π.χ. φωτογραφίες σε καπό αυτοκινήτων) είναι παράνομη και ηθικά απαράδεκτη. Η άγρια φύση δεν είναι τσίρκο και η «ξεφτίλα» του είδους για μερικά likes λειτουργεί εις βάρος της προστασίας του.
- Ειδοποιήστε τις αρχές: Καλέστε άμεσα τη Δασική Υπηρεσία ή την Ομοσπονδιακή Θηροφυλακή. Το προσωπικό τους διαθέτει την εμπειρία και τον εξοπλισμό για τον ασφαλή χειρισμό.
ΜΕΤΑ ΤΗ ΔΙΑΣΩΣΗ
Μόλις ένα όρνιο περισυλλεγεί, οδηγείται σε κέντρα περίθαλψης όπου παραμένει για 8-10 μήνες. Η διαδικασία αυτή δεν είναι απλή φύλαξη, αλλά μια σκληρή «εκπαίδευση» ωρίμανσης. Μέσα από την κοινωνικοποίηση με άλλα άτομα του είδους τους, τα πουλιά μαθαίνουν να «μάχονται» και να ανταγωνίζονται για την τροφή τους, μια δεξιότητα απαραίτητη για την επιβίωση στο άγριο περιβάλλον.
Η Κρήτη μάλιστα λειτουργεί πλέον ως «αιμοδότης» βιοποικιλότητας για την Ανατολική Μεσόγειο. Ένα υποδειγματικό παράδειγμα είναι η συνεργασία με την Κύπρο, όπου πρίν μερικά χρόνια μεταφέρθηκαν 25 κρητικά Όρνια, τα οποία όχι μόνο επιβίωσαν αλλά αναπαράχθηκαν στην Κύπρο.
Η “ΑΝΘΗΣΗ” ΤΟΥ ΠΛΗΘΥΣΜΟΥ
Η διατήρηση του πληθυσμού στην Κρήτη οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην… τύχη. Το νησί μας δεν διαθέτει μεγάλα σαρκοφάγα (λύκους, αρκούδες), γεγονός που το γλίτωσε από τις συστηματικές κρατικές εκστρατείες εξόντωσης με στρυχνίνη τη δεκαετία του ‘60.
Ωστόσο, η απειλή παραμένει μέσω της δευτερογενούς δηλητηρίασης από αγροχημικά.
Στην Κρήτη, όπως παρατηρεί ο κ. Ξηρουχάκης, δυστυχώς ο στόχος είναι συνήθως τα αδέσποτα σκυλιά, αλλά οι γύπες πεθαίνουν καταναλώνοντας τα δηλητηριασμένα ζώα. Για παράδειγμα ένα μόνο δηλητηριασμένο πτώμα (π.χ. μιας αγελάδας) μπορεί να οδηγήσει στον θάνατο 30-40 όρνιων ταυτόχρονα.
Με δεδομένο ότι ένας γύπας γεννά μόνο ένα αυγό ανά έτος και χρειάζεται 5 χρόνια για να φτάσει σε αναπαραγωγική ηλικία, μια μοναδική στιγμή ανθρώπινης ανοησίας με μια «φόλα» μπορεί να αφανίσει προσπάθειες ανάκαμψης δύο δεκαετιών.




































































































