Τα στοιχεία της διεθνούς ελαιοπαραγωγής
Υπάρχουν περισσότερα από 11 εκατομμύρια εκτάρια καλλιεργούμενης ελιάς στον κόσμο, τα οποία εξαπλώνονται σε πέντε ηπείρους, δύο ημισφαίρια και 47 ελαιοπαραγωγικές χώρες.
Οι ελιές που προορίζονται για την παραγωγή ελαιολάδου συλλέγονται από Οκτώβριο έως Απρίλιο στο βόρειο ημισφαίριο και από Απρίλιο έως Ιούλιο στο νότιο ημισφαίριο, αν και το 98% των παγκόσμιων ελιών που συγκομίζονται στην περιοχή της Μεσογείου.
Υπάρχουν περίπου 12.000 ελαιοτριβεία στον κόσμο, περισσότερο από το 80% των οποίων χρησιμοποιούν φυγοκεντρικά συστήματα. Επί του παρόντος το ελαιόλαδο καταναλώνεται σε πάνω από 160 χώρες.
Λαμβάνοντας τα δεδομένα του 2012, ως μέτρο σύγκρισης, η παραγωγή και κατανάλωση ελαιολάδου ανέρχεται στα 3,1 εκατομμύρια τόνους, σε σύνολο 184 εκατομμυρίων τόνων όλων των βρώσιμων ελαίων και λιπών, εκ των οποίων τα 24 εκατομμύρια είναι ζωικής προέλευσης. Δηλαδή το ελαιόλαδο υπολογίζεται στο 1,7% του συνόλου των βρώσιμων φυτικών και ζωικών λιπών.
Τα στοιχεία αυτά υπογραμμίζουν τη στρατηγική οικονομική σημασία του τομέα του ελαιολάδου και τη θέση επιρροής του στη διεθνή σκηνή όσον αφορά την παραγωγή και την κατανάλωση.
Ο στόχος της μελέτης πηγαίνει πέρα από τον απλό καθορισμό του κόστους παραγωγής ενός κιλού ελαιολάδου στις χώρες μέλη του ΔΣΕ. Βασικός στόχος είναι να βοηθήσει τους ελαιοκαλλιεργητές να εντοπίσουν τα στάδια της διαχείρισης των καλλιεργειών όπου είναι λιγότερο ανταγωνιστικοί σε σχέση με άλλους και να τους ενθαρρύνει να εφαρμόσουν στρατηγικές για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητάς τους, για παράδειγμα μέσω προγραμμάτων τεχνικής βοήθειας.
Κατά συνέπεια, η μελέτη χωρίζεται σε πέντε διαφορετικά τμήματα. Το πρώτο ασχολείται με τη μεθοδολογία της μελέτης και τον προσδιορισμό των διαφόρων συστημάτων καλλιέργειας (με βασικά ερωτήματα για κάθε στάδιο της διαχείρισης των καλλιεργειών), την ανάλυση των αποτελεσμάτων και άλλες πτυχές. Επίσης, δίνεται μια σύντομη περιγραφή για τα συστήματα καλλιεργειών κάθε χώρας μέλους του ΔΣΕ.
Η μελέτη κλείνει με μια σειρά από συμπεράσματα με βάση την ανάλυση και την ερμηνεία των περιεχομένων και μια σειρά τελικών συστάσεων.
Η μεθοδολογία
Το πρώτο βήμα ήταν να διακριθεί ο κόσμος της ελαιοκαλλιέργειας σε επτά διαφορετικά συστήματα καλλιέργειας που αναφέρονται παρακάτω, σύμφωνα με την πυκνότητα των ελαιώνων, την κλίση και το είδος της χρήσης του νερού (βροχόπτωση ή άρδευση):
– S1 Παραδοσιακές ξηρικές σε απότομες πλαγιές
– S2 Παραδοσιακές αρδευόμενες σε απότομες πλαγιές
– S3 Παραδοσιακές ξηρικές σε μέτριες κλίσεις
– S4 Παραδοσιακές αρδευόμενες σε μέτριες κλίσεις
– S5 Εντατικές ξηρικές
– S6 Εντατικές αρδευόμενες
– S7 Υπερεντατικά αρδευόμενες.
Η μελέτη αφορά ελαιοκομική έκταση 9.954.169 εκταρίων, δηλαδή το 89% της παγκόσμιας ελαιοπαραγωγής.
Αφορά στα καλλιεργητικά έτη 2009/10, 2010/11, 2011/12 και 2012/13 και ολοκληρώθηκαν από ειδικούς που ορίστηκαν από τις χώρες- μέλη.
Για να υπολογιστεί το κόστος παραγωγής ενός κιλού ελιών, οι ερωτηθέντες κλήθηκαν να περιγράψουν λεπτομερώς το κόστος της λίπανσης, της φυτοπροστασίας, της διαχείρισης του εδάφους, του κλαδέματος, της συγκομιδής και της άρδευσης σε κάθε σύστημα (S1 έως S7). Αθροίζοντας το κόστος καθεμίας από αυτές τις πρακτικές υπολογίζονται οι άμεσες δαπάνες.
Το έμμεσο κόστος μεταφοράς και επεξεργασίας στη συνέχεια προστέθηκε σε αυτά τα άμεσα έξοδα για να υπολογιστεί το συνολικό κόστος παραγωγής ενός κιλού ελαιολάδου σε κάθε χώρα.
Διάγνωση του κόστους παραγωγής ανά χώρα
Το αποτέλεσμα της ανάλυσης των στοιχείων που παρέχονταν στα ερωτηματολόγια παρουσιάζεται πλέον για κάθε σύστημα καλλιέργειας και χώρα.
Τα στοιχεία διατέθηκαν από τις 15 χώρες μέλη του ΔΣΕ και αντιπροσωπεύουν 9.954.169 εκτάρια των παγκόσμιων καλλιεργειών ελιάς. Οι ερωτηθέντες ήταν συγκεκριμένα από την Αλβανία, την Αλγερία, την Αργεντινή, την Ελλάδα, την Ιταλία, το Ιράν, το Ισραήλ, την Ιορδανία, το Λίβανο, το Μαρόκο, την Πορτογαλία, την Ισπανία, την Τυνησία, την Τουρκία, την Ισπανία και την Ουρουγουάη.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του ερωτηματολογίου, που προμήθευσε η κάθε χώρα για κάθε σύστημα καλλιέργειας, το συνολικό ποσοστό συμμετοχής του καθενός από τα επτά συστήματα έχει ως εξής:
– Το σύστημα S1, παραδοσιακές ξηρικές σε απότομες πλαγιές, εφαρμόζεται σε 11 από τις 15 χώρες που καλύπτονται από τη μελέτη. Αφορά 3.326.736 εκτάρια της συνολικής έκτασης ελαιοκαλλιεργειών στις 11 χώρες, δηλαδή το 33,4% των ελαιώνων. Είναι το κορυφαίο σύστημα καλλιέργειας όσον αφορά την επιφάνεια, αν και προφανώς όχι από την άποψη της παραγωγής των καλλιεργειών.
Η συγκομιδή (46%) είναι ο κύριος λόγος του άμεσου κόστους, με τη λίπανση και τη διαχείριση του εδάφους να ακολουθούν.
Οι υψηλότερες δαπάνες αναφέρονται για την Αλγερία και το Λίβανο, ενώ τα χαμηλότερα έξοδα αναφέρθηκαν για το Μαρόκο.
Η επεξεργασία του ελαιολάδου αποδίδει κατά μέσο όρο 19,25%.
Το κόστος, κατά μέσο όρο, όλων των χωρών που παράγουν ένα κιλό ελαιολάδου στο πλαίσιο των συστημάτων S1 υπολογίζεται σε 3,44 €/ kg.
– Το σύστημα S2, παραδοσιακές αρδευόμενες σε απότομες πλαγιές, εφαρμόζεται σε 6 από τις 15 χώρες που καλύπτονται στο πλαίσιο της μελέτης, όπου αντιπροσωπεύει κατ’ ανώτατο όριο 64.498 εκτάρια που ισοδυναμούν με το 0,6% της περιοχής της ελαιοκαλλιέργειας.
Η συγκομιδή είναι το κύριο άμεσο κόστος (28%), ακολουθούμενη από τη λίπανση (21%) και την άρδευση (19%).
Το Ιράν και το Μαρόκο ξεχωρίζουν από το γεγονός ότι το κόστος είναι πολύ υψηλότερο από τον μέσο όρο στο πρώτο και πολύ χαμηλότερο στο δεύτερο.
Η επεξεργασία του ελαιολάδου αποδίδει κατά μέσο όρο 17,32%, δύο μονάδες λιγότερο από ό,τι στο πλαίσιο του συστήματος S1 λόγω της χρήσης της άρδευσης.
Το κόστος παραγωγής ενός κιλού ελαιολάδου στο πλαίσιο του συστήματος S2 υπολογίζεται σε 4,45 €/ kg σε αυτές τις 6 χώρες.
– Το σύστημα S3, παραδοσιακές ξηρικές σε μέτριες κλίσεις, εφαρμόζεται σε 12 από τις 15 χώρες που συμμετείχαν στη μελέτη, όπου αντιπροσωπεύει 3.023.340 εκτάρια ή 30,4% της συνολικής έκτασης της περιοχής της ελαιοκαλλιέργειας, γεγονός που το τοποθετεί ως το δεύτερο πιο συχνό είδος καλλιέργειας.
Οι κύριες άμεσες δαπάνες, κατά φθίνουσα σειρά, είναι η συγκομιδή (38%), η λίπανση (18%) και το κλάδεμα (14%).
Σε σύγκριση με τον μέσο όρο, το κόστος στο Λίβανο είναι και πάλι υψηλό, ενώ είναι χαμηλά στην Τουρκία και το Μαρόκο.
Η επεξεργασία του ελαιολάδου αποδίδει κατά μέσο όρο 20,28%, το υψηλότερο όλων των συστημάτων καλλιέργειας που αναφέρθηκαν.
Το μέσο κόστος παραγωγής φθάνει στα 2,86 €/ kg.
– Το σύστημα καλλιέργειας S4 παραδοσιακές αρδευόμενες σε μέτριες κλίσεις, εφαρμόζεται σε 10 από τις 15 συμμετέχουσες χώρες και αφορά 943.762 εκτάρια ή 9,5% της συνολικής έκτασης της ελαιοκαλλιέργειάς τους.
Στα άμεσα κόστη προηγείται το κόστος συγκομιδής (35%), ακολουθούμενο από την άρδευση (17%) και τη λίπανση (16%).
Το κόστος είναι και πάλι πολύ πιο πάνω από το μέσο όρο στο Ιράν και το Λίβανο, αλλά κάτω του μέσου όρου στην Τουρκία και το Μαρόκο.
Η επεξεργασία του ελαιολάδου αποδίδει κατά μέσο όρο 17,42% και το μέσο κόστος παραγωγής φθάνει στα 3,44 €/ kg.
– Το σύστημα S5, εντατικές ξηρικές, εφαρμόζεται σε 8 από τις 15 χώρες που εξετάζονται στη μελέτη. Εντυπωσιακό είναι το γεγονός πως φαίνεται να είναι το μόνο σύστημα που εφαρμόζεται στην Ουρουγουάη.
Συνολικά αφορά 388.240 εκτάρια της ελαιοκομικής έκτασης των οκτώ χωρών, δηλαδή μόνο 3,9% του συνόλου των εκτάσεων τους.
Το κορυφαίο άμεσο κόστος είναι για την συγκομιδή (38%) και έπονται η λίπανση (23%) και το κλάδεμα (15%).
Το κόστος για το Ιράν και το Λίβανο είναι αισθητά υψηλότερο από το μέσο όρο, ενώ είναι κάτω του μέσου όρου για την Πορτογαλία. Αν και σε Τουρκία, Τυνησία και Μαρόκο έχει καταγραφεί το χαμηλότερο κόστος για τα άλλα συστήματα καλλιέργειας για το συγκεκριμένο σύστημα δεν καταγράφεται καθώς δεν αναφέρθηκε ως ακολουθούμενο σύστημα καλλιέργειας.
Η επεξεργασία του ελαιολάδου αποδίδει κατά μέσο όρο 18,56% και το μέσο κόστος παραγωγής του ελαιολάδου υπολογίζεται σε 3,50 €/ kg.
– Για το σύστημα S6, εντατική αρδευόμενη, παρείχαν δεδομένα 14 από τις 15 συμμετέχουσες χώρες καθιστώντας το το πιο ευρέως ασκούμενο από όλα τα συστήματα.
Ευθύνεται για 1.785.836 εκτάρια της συνολικής έκτασης της ελιάς από τις 14 ενδιαφερόμενες χώρες και αντιπροσωπεύει το 17,9% της συνολικής έκτασής τους, βάζοντάς το έτσι στην πρώτη θέση μεταξύ των συστημάτων υψηλής πυκνότητας.
Η συγκομιδή είναι ο κύριος λόγος άμεσου κόστους (30%), ακολουθούμενη από την άρδευση (18%). Η λίπανση και το κλάδεμα ισοβαθμούν στην τρίτη θέση (από 15%).
Για άλλη μια φορά, στο Ιράν και στο Λίβανο σημειώνεται το υψηλότερο από το μέσο όρο του κόστους, ενώ η Τυνησία και η Πορτογαλία ξεχωρίζουν λόγω του χαμηλού κόστους τους.
Η επεξεργασία του ελαιολάδου αποδίδει κατά μέσο όρο 18,27% και το μέσο κόστος παραγωγής ενός κιλού ελαιολάδου στο πλαίσιο του συστήματος S6 υπολογίζεται σε 2,91 €/ kg.
– Τα δεδομένα που παρέχονται σχετικά με το σύστημα S7, υπερεντατικά αρδευόμενες, αφορούν 7 από τις 15 συμμετέχουσες χώρες. Ασκείται σε 421.758 εκτάρια που αντιπροσωπεύουν όχι περισσότερο από 4,2% της συνολικής έκτασης των ελαιώνων τους.
Για πρώτη φορά, αν και ακόμη στην πρώτη θέση (22,5%), το κόστος συγκομιδής δεν είναι τόσο εμφανές, ακολουθούμενο στενά από το κλάδεμα (22,4%) και την άρδευση (22,2%). Το κόστος διαχείρισης του εδάφους είναι ιδιαίτερα χαμηλό, αντιπροσωπεύοντας όχι περισσότερο από 6,2% των συνολικών άμεσων δαπανών.
Η απόσβεση του κόστους είναι πολύ υψηλότερη σε σχέση με τα υπόλοιπα συστήματα, λόγω του πολύ υψηλού κόστους εγκατάστασης των ελαιώνων και της ωφέλιμης ζωής τους.
Το Ισραήλ είναι αξιοσημείωτο από την άποψη του υψηλού κόστους και η Αργεντινή λόγω του χαμηλού κόστους.
Η απόδοση της επεξεργασίας του ελαιολάδου είναι η χαμηλότερη όλων των συστημάτων, κατά μέσο όρο 17%, ενώ το μέσο κόστος απόκτησης ενός κιλού ελαιόλαδου είναι 2,09 € /kg.
Σταθμισμένα αποτελέσματα
Για την τελική ανάλυση των δεδομένων,το πρώτο βήμα ήταν να εξαιρεθούν οι δύο χώρες (Λίβανος και Ιράν), των οποίων το κόστος παραγωγής ήταν υπερβολικά υψηλό. Αυτό είχε ως στόχο να καταστεί δυνατή η σύγκριση ανά χώρα και ανά σύστημα καλλιέργειας.
Δεύτερον, η περιοχή κάθε συστήματος καλλιέργειας σε κάθε χώρα ελήφθη υπ’ όψιν για να υπολογιστεί το μέσο κόστος παραγωγής ενός κιλού ελαιολάδου ανά χώρα. Το τελικό αποτέλεσμα είναι το πραγματικό σταθμισμένο κόστος για κάθε μέλος του ΔΣΕ.
Για τους σκοπούς του υπολογισμού του συνολικού μέσου όρου, σταθμίστηκε η ελαιοκομική έκταση κάθε χώρας σε σχέση με τη συνολική έκταση των ελαιώνων κατά τέτοιο τρόπο, ώστε το σχετικό βάρος της Ισπανίας, για παράδειγμα, ήταν πολύ υψηλότερο από αυτό του Ισραήλ. Το τελικό αποτέλεσμα αυτής της άσκησης είναι ένα μέσο κόστος παραγωγής του ελαιολάδου στα 2,63 €/ kg.
Η εικόνα που προκύπτει δείχνει σαφώς τρεις χώρες, όπου το κόστος είναι κάτω του μέσου όρου, δηλαδή την Τυνησία, το Μαρόκο και την Τουρκία, και τέσσερις χώρες -Αλγερία, Ουρουγουάη, Ιταλία και Ισραήλ – όπου το κόστος παραγωγής είναι άνω του μέσου όρου.
Τα συμπεράσματα
Γενικά στοιχεία
Τα δεδομένα έχουν αναλυθεί για 15 χώρες- μέλη του ΔΣΕ: Αλβανία, Αλγερία, Αργεντινή, Ελλάδα, Ιράν, Ισραήλ, Ιταλία, Ιορδανία, Λίβανος, Μαρόκο, Πορτογαλία, Ισπανία, Τυνησία, Τουρκία και Ουρουγουάη.
Αν και η Γαλλία παρείχε στοιχεία, δεν έχουν αναλυθεί, επειδή ήταν ακραίες τιμές και ελλιπείς.
Η μελέτη προσδιορίζει επτά συστήματα καλλιέργειας, στο οποία μπορούν να ενταχθούν όλοι οι ελαιώνες του κόσμου. Τέσσερα από τα συστήματα είναι παραδοσιακά (S1 έως S4) και τρία είναι εντατικά (S5 σε S7).
Επίσης ορίζονται δύο κατηγορίες συστήματος επεξεργασίας ελαιολάδου: σύγχρονο φυγοκέντρησης και παραδοσιακό πιεστικό.
Χαρακτηριστικά καλλιεργειών
Στις χώρες που αναλύθηκαν 74% των ελαιώνων καλλιεργούνται με παραδοσιακά συστήματα και 26% με εντατικά συστήματα.
Το πιο συχνό σύστημα καλλιέργειας σε όλες τις χώρες είναι το παραδοσιακό σύστημα ξηρικές σε απότομες πλαγιές (S1: 33%), ακολουθούμενο από το παραδοσιακό σύστημα ξηρικές σε μέτριες κλίσεις (S3: 30%) και το εντατικό αρδευόμενο σύστημα (S6: 18%). Τα λιγότερο συχνά συστήματα είναι το παραδοσιακό σύστημα αρδευόμενες σε απότομες πλαγιές (S2: 0,6%) και το υπερεντατικό σύστημα (S7: 4%).
Η σύγκριση των παραδοσιακών και των εντατικών συστημάτων δείχνει ότι οι φυτείες διαφέρουν κατά πολύ σε μέγεθος και είναι μεγαλύτερες στη δεύτερη περίπτωση.
Η στάγδην άρδευση είναι το κυρίαρχο σύστημα άρδευσης. Η κατανάλωση νερού είναι υψηλότερη στις χώρες της νότιας Μεσογείου από ό,τι στις βόρειες ευρωπαϊκές χώρες της Μεσογείου.
Η καλλιέργεια είναι λιγότερο μηχανοποιημένη στις χώρες της νότιας Μεσογείου, με εξαίρεση το Ισραήλ.
Οι τοπικές και αυτόχθονες ποικιλίες κυριαρχούν στα παραδοσιακά συστήματα καλλιέργειας, ενώ οι νέες ποικιλίες είναι κυρίαρχες στα εντατικά συστήματα.
Η παραγωγή
Η απόδοση του ελαιολάδου είναι μεγαλύτερη στις παραδοσιακές χώρες παραγωγής της ελιάς στην περιοχή της Νότιας Μεσογείου και πολύ χαμηλότερη στις χώρες της Νότιας Αμερικής.
Η παραγωγή ελιάς στις ξηρικές καλλιέργειες είναι σημαντικά υψηλότερη στις χώρες της ανατολικής Μεσογείου -το λίκνο της ελαιοκαλλιέργειας- από ό,τι στις δυτικές χώρες της Μεσογείου.
Η παραγωγή ελαιολάδου/ εκτάριο αυξάνεται με την εντατικοποίηση των καλλιεργειών και της άρδευσης, με γραμμική αύξηση από το S1 (370 kg/ ha) έως το S7 (1.579 kg/ ha).
Η μέση παραγωγή, για όλα τα συστήματα και τις χώρες σε συνδυασμό, υπολογίζεται σε 816 kg ελαίου/ εκτάριο. Οι χώρες με τη μεγαλύτερη μοναδιαία παραγωγή είναι το Ισραήλ, η Αλβανία και η Αλγερία και εκείνες με τη χαμηλότερη είναι η Ιταλία, το Ιράν, το Μαρόκο και η Τυνησία.
Το κόστος παραγωγής
Το καλλιεργητικό κόστος διαφέρει σημαντικά τόσο μεταξύ των χωρών παραγωγής όσο και μεταξύ των συστημάτων καλλιέργειας.
Τα εντατικά και αρδευόμενα συστήματα καλλιέργειας (S6 και S7) έχουν το υψηλότερο κόστος παραγωγής/ ha, αλλά και τη μεγαλύτερη παραγωγή ως αποτέλεσμα, το κόστος ανά μονάδα είναι χαμηλότερα. Αντίθετα, τα πιο παραδοσιακά και μη αρδευόμενα συστήματα έχουν υψηλότερο κόστος παραγωγής μονάδας/ kg ελιάς, δηλαδή είναι λιγότερο αποδοτικά.
Το καλλιεργητικό κόστος των ελαιοκομικών εκμεταλλεύσεων αντιστοιχεί στο 84% του συνολικού κόστους παραγωγής ενός κιλού ελαιολάδου, ενώ η μεταφορά των ελιών και η επεξεργασία στο υπόλοιπο 16%. Ως εκ τούτου, πρέπει να δοθεί προσοχή στη βελτιστοποίηση της γεωργικής παραγωγής, όπου υπάρχει μεγαλύτερο περιθώριο για βελτίωση.
Στο επίπεδο της μεταποίησης το κόστος διαφέρει σημαντικά μεταξύ των χωρών, κυμαινόμενο από 0,16 €/ κιλό στην Ουρουγουάη έως 0,03 €/ κιλό στην Ισπανία, και κυρίως προσδιορίζεται από το μέσο μέγεθος των ελαιοτριβείων.
Το μέσο συνολικό κόστος της παραγωγής ενός κιλού ελαιολάδου, ταξινομούμενο ανάλογα με το σύστημα καλλιέργειας, κυμαίνεται από 3,45 €/ kg στο παραδοσιακό σύστημα ξηρικές σε απότομες πλαγιές (S1) σε 2,05 €/ kg στο υπερεντατικό σύστημα (S7). Το κόστος μεταβάλλεται γραμμικά μεταξύ αυτών των δύο συστημάτων όσο αυξάνεται η εντατικοποίηση των καλλιεργειών.
Το μέσο αριθμητικό κόστος παραγωγής ενός κιλού ελαιολάδου (για όλες τις χώρες) υπολογίζεται σε 2,78 €/ kg.
Από το ποσό αυτό, € 2,33/ kg είναι για το κόστος στο αγρόκτημα και 0,45 €/ kg είναι το κόστος μεταφοράς και επεξεργασίας ελαιολάδου.
Λαμβάνοντας υπ’ όψιν τη σημασία των συμμετεχουσών χωρών από την άποψη των καλλιεργειών ελιάς, το μέσο παγκόσμια σταθμισμένο κόστος παραγωγής ενός κιλού ελαιολάδου ανέρχεται σε 2,63 €/ kg.
Οι χώρες όπου το μέσο σταθμισμένο κόστος είναι σημαντικά υψηλότερο από το μέσο όρο είναι, κατά φθίνουσα σειρά, το Ιράν, ο Λίβανος, η Αλγερία, η Ουρουγουάη, η Ιταλία και το Ισραήλ.
Οι χώρες όπου το μέσο σταθμισμένο κόστος είναι πολύ μακριά κάτω από το μέσο είναι σαφώς το Μαρόκο, η Τυνησία και η Τουρκία.
Υπάρχουν πολύ μεγάλες διαφορές κόστους μεταξύ των χωρών. Η υψηλότερη μέση τιμή καταγράφεται στο Ιράν (6,26 €/ kg) και η χαμηλότερη στην Τουρκία (1,93 €/ kg).
Οι δαπάνες σε Ιορδανία, Αλβανία, Αργεντινή, Ισπανία, Ελλάδα και Πορτογαλία βρίσκονται γύρω από τον παγκόσμιο μέσο όρο.
Σε γενικές γραμμές, οι χώρες όπου το κόστος παραγωγής ενός κιλού το ελαιολάδου είναι η πιο συμφέρουσα βρίσκονται στην περιοχή της νότιας και ανατολικής Μεσογείου (ειδικά το Μαρόκο και η Τυνησία, η Βόρεια Αφρική και η Τουρκία). Ως εκ τούτου, η καλλιέργεια της ελιάς αναμένεται να επεκταθεί στις χώρες αυτές στο μέλλον, είτε με ημεδαπά είτε με αλλοδαπά κεφάλαια.
Το κόστος είναι αναπόφευκτα υψηλότερο σε ορισμένες χώρες παραγωγής για σαφείς, συγκεκριμένους λόγους, για παράδειγμα λόγω του υψηλότερου κόστους του νερού στο Ισραήλ και των χαμηλών αποδόσεων του ελαιολάδου στην Ουρουγουάη.
Υπάρχουν σημαντικές διαφορές στο κόστος μεταξύ των χωρών, ακόμη και μέσα στα ίδια τα συστήματα καλλιέργειας. Εκτός από τα χαρακτηριστικά που προσιδιάζουν σε κάθε χώρα, αυτό οφείλεται σε διαφορές στις πρακτικές διαχείρισης των καλλιεργειών. Ως εκ τούτου, υπάρχει μεγάλο περιθώριο για μείωση του κόστους στις χώρες όπου είναι υψηλότερο μέσω της μεταφοράς τεχνολογίας και τεχνογνωσίας και διαρκούς κατάρτισης.
Οι συστάσεις
Υπό το φως των προαναφερθέντων συμπερασμάτων, ειδικά του τελευταίου, είναι πολύ σημαντικό να σχεδιαστούν στρατηγικές και να δημιουργηθούν μέτρα για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας των ελαιοκομικών εκμεταλλεύσεων με τα μεγαλύτερα μειονεκτήματα, μέσω των εξής ενεργειών:
– Μετατροπή των S1, S2, S3 και S4 ελαιώνων σε πιο εντατικά, μηχανοποιημένα συστήματα, όταν το έδαφος, η διαθεσιμότητα και το μέγεθος του νερού το επιτρέπουν.
– Ενθάρρυνση των ελαιώνων και των ελαιοτριβείων να γίνουν πιο ανταγωνιστικοί μέσω στρατηγικών συνεταιρισμών.
– Καλύτερη αξιοποίηση των υποπροϊόντων και αναζήτηση νέων χρήσεων μέσω της έρευνας, της ανάπτυξης και της τεχνολογικής εξέλιξης.
– Βελτίωση της ποιότητας και της ιδιοτυπίας των ελαίων, ειδικά των ελαίων που λαμβάνονται από τα συστήματα S1, S2, S3 και S4.
– Ενθάρρυνση της προώθησης ως ενός από τα πλέον σημαίνοντα στρατηγικά εργαλεία για την ενίσχυση της τρέχουσας τάσης της κατανάλωσης και των υψηλότερων τιμών πώλησης του ελαιολάδου βάσει της προκύπτουσας αυξημένης ζήτησης.
– Κατάρτιση, προβολή και μεταφορά γνώσης ως εργαλεία βελτιστοποίησης του κόστους σε χώρες με ελλιπή στοιχεία, όπου, σύμφωνα με τη μελέτη, οι πολιτιστικές πρακτικές δεν φαίνεται να είναι οι πλέον κατάλληλες για αποδοτική παραγωγή.
Για την ΕΑΣ Ιεράπετρας
Ο Γεωπόνος
ΜΙΧΑΛΗΣ ΦΕΡΕΤΖΑΚΗΣ


































































































