Τους τελευταίους δώδεκα μήνες, η ελληνική οικονομία βίωσε ένα βαθύ και ανησυχητικό παράδοξο. Από τη μία πλευρά, οι επίσημοι μακροοικονομικοί δείκτες και οι κυβερνητικές ανακοινώσεις σκιαγραφούν μια εικόνα σταθερής ανάκαμψης. Η χώρα ανέκτησε την επενδυτική βαθμίδα, ένα ορόσημο που σηματοδοτεί την επιστροφή στην κανονικότητα μετά από μια δεκαετία κρίσης και οι προβλέψεις για την ανάπτυξη παραμένουν θετικές, ξεπερνώντας τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.
Από την άλλη, η ψυχολογία του μέσου πολίτη, όπως καταγράφεται μεθοδικά και αδιάλειπτα από τις μηνιαίες έρευνες του Ιδρύματος Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ), αφηγείται μια εντελώς διαφορετική ιστορία. Αυτή της επίμονης απαισιοδοξίας, της διάχυτης ανασφάλειας και της βαθιάς δυσπιστίας απέναντι στο μέλλον.
Το φινάλε αυτής της περιόδου, τον Ιούλιο του 2025, ήταν αποκαλυπτικό. Ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης κατέρρευσε στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων εννέα μηνών. Τα επιμέρους στοιχεία είναι ακόμη πιο εύγλωττα. Το 59% των νοικοκυριών ανέμενε επιδείνωση της οικονομικής του κατάστασης τους επόμενους 12 μήνες, ενώ ένα συντριπτικό 64% προέβλεπε επιδείνωση της γενικότερης οικονομικής κατάστασης της χώρας.
Αυτή η συνθήκη δεν είναι συγκυριακή. Αποτελεί την κορύφωση μιας χρονιάς κατά την οποία η ψαλίδα μεταξύ των αριθμών της μακροοικονομίας και της καθημερινότητας των νοικοκυριών διευρύνθηκε επικίνδυνα.
Η ανάλυση της πορείας της καταναλωτικής εμπιστοσύνης αποκαλύπτει ότι οι Έλληνες πολίτες δεν αξιολογούν την οικονομία με όρους ΑΕΠ, αλλά με βάση το διαθέσιμο εισόδημά τους στο τέλος του μήνα. Η παρατεταμένη κρίση χρέους έχει αφήσει πίσω της ένα βαθύ ψυχολογικό αποτύπωμα, μια «άγκυρα απαισιοδοξίας», που καθιστά τα νοικοκυριά υπερβολικά ευαίσθητα στις αρνητικές ειδήσεις και δύσπιστα απέναντι στις θετικές. Δεν είναι τυχαίο ότι, σε πολλές από τις μηνιαίες έρευνες του ΙΟΒΕ, οι Έλληνες καταναλωτές αναδεικνύονται ως οι πιο απαισιόδοξοι σε ολόκληρη την Ευρωπαϊκή Ένωση. Παρά τη στατιστική ανάκαμψη, η αίσθηση της ευημερίας παραμένει για τους περισσότερους ένας μακρινός και άπιαστος στόχος.
Η ακρίβεια που διαβρώνει εισοδήματα και ελπίδα
Ο πρωταρχικός παράγοντας που εξηγεί τη βαθιά ριζωμένη απαισιοδοξία των ελληνικών νοικοκυριών είναι ένας και κυρίαρχος. Η ακρίβεια. Καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους, οι αναφορές του ΙΟΒΕ επεσήμαναν με συνέπεια ότι το πρόβλημα του πληθωρισμού αποτελεί το κύριο βάρος που πιέζει τις προσδοκίες των καταναλωτών, ακυρώνοντας στην πράξη κάθε θετική εξέλιξη σε άλλους τομείς.
«Η «βιωμένη εμπειρία» της ακρίβειας στα ράφια των σούπερ μάρκετ, στους λογαριασμούς ενέργειας και στα ενοίκια διαμορφώνει μια σκληρή πραγματικότητα που καμία μακροοικονομική ανάλυση δεν μπορεί να εξωραΐσει», εξηγεί ο Πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Λασιθίου Μανόλης Πεπόνης, από τον οποίο ζητήσαμε να σχολιάσει τα στοιχεία που του παρουσιάσαμε για την στατιστική του τελευταίου έτους, σχετικά με την αντίληψη των καταναλωτών.
Τα στοιχεία της ακρίβειας
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον Ιούνιο του 2025 αποτυπώνουν το μέγεθος του προβλήματος: ετήσιες αυξήσεις της τάξης του 11,4% στα ενοίκια, 9,7% στα ψάρια, 8,1% στα φρούτα και 10,8% στον καφέ και το τσάι. Παράλληλα, η έρευνα του Ινστιτούτου Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών (ΙΕΛΚΑ) για τον ίδιο μήνα επιβεβαίωσε τις εκρηκτικές αυξήσεις σε βασικά αγαθά, όπως το φρέσκο κρέας (+10,8%) και τα φρέσκα φρούτα και λαχανικά (+7,55%). Αυτοί οι αριθμοί δεν είναι απλώς στατιστικές· μεταφράζονται σε άμεση μείωση της αγοραστικής δύναμης και σε αύξηση της οικονομικής δυσπραγίας. Ήδη από την έναρξη της περιόδου που εξετάζουμε, τον Ιούλιο του 2024, το 61% των νοικοκυριών δήλωνε ότι «μόλις τα βγάζει πέρα», με ένα αυξανόμενο ποσοστό να αναγκάζεται να αντλεί από τις λιγοστές αποταμιεύσεις του για να καλύψει τις τρέχουσες ανάγκες.
Σε αυτό το πλαίσιο, η έννοια της «αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού», που συχνά προβάλλεται ως θετική εξέλιξη, αποδεικνύεται παραπλανητική για τον πολίτη. «Για τους οικονομολόγους, η μετάβαση από έναν πληθωρισμό 8% σε 3% είναι βελτίωση. Για το νοικοκυριό, όμως, σημαίνει απλώς ότι οι τιμές, που ήδη βρίσκονται σε δυσθεώρητα ύψη, συνεχίζουν να αυξάνονται, έστω και με βραδύτερο ρυθμό. Η ζημιά στην αγοραστική δύναμη έχει ήδη συντελεστεί και δεν αντιστρέφεται. Αυτή η απόσταση μεταξύ της στατιστικής βελτίωσης και της αίσθησης μιας μόνιμα ακριβότερης ζωής εξηγεί γιατί, ακόμη και τον Ιούλιο του 2025, το 65% των καταναλωτών εξακολουθούσε να προβλέπει ότι οι τιμές θα συνεχίσουν να αυξάνονται με τον ίδιο ή και ταχύτερο ρυθμό. Η εμπιστοσύνη δεν μπορεί να χτιστεί όταν η επίσημη αφήγηση έρχεται σε τόσο κατάφωρη αντίθεση με την καθημερινή πραγματικότητα του οικογενειακού προϋπολογισμού», εξηγεί ο Μανόλης Πεπόνης.
Το τρενάκι
Η πορεία της καταναλωτικής εμπιστοσύνης από τον Αύγουστο του 2024 έως τον Ιούλιο του 2025 θυμίζει περισσότερο ένα «τρενάκι του λούνα παρκ», που πάει πάνω κάτω, παρά μια σταθερή πορεία ανάκαμψης. Κάθε μικρή αναλαμπή αισιοδοξίας ακολουθούνταν από μια απότομη βουτιά, αποκαλύπτοντας την ακραία και εύθραυστη ψυχολογία των νοικοκυριών και την αδυναμία εδραίωσης μιας διατηρήσιμης θετικής τάσης.
Η περίοδος ξεκίνησε με αρνητικό πρόσημο το καλοκαίρι του 2024, με την εμπιστοσύνη να υποχωρεί υπό το βάρος της ακρίβειας. Το φθινόπωρο έφερε μια διστακτική βελτίωση, αν και από πολύ χαμηλά επίπεδα. Τον Σεπτέμβριο, όμως, καταγράφηκε το πρώτο δείγμα της αποσύνδεσης: ο συνολικός δείκτης οικονομικού κλίματος ενισχύθηκε, αλλά η καταναλωτική εμπιστοσύνη εξασθένησε. Τον Νοέμβριο, παρ’ ότι υπήρξε μια μικρή άνοδος στις προσδοκίες, τα ελληνικά νοικοκυριά παρέμεναν τα πιο απαισιόδοξα στην Ευρώπη.
Ο χειμώνας ήταν μια περίοδος αντιφατικών μηνυμάτων. Τον Δεκέμβριο, η εμπιστοσύνη βελτιώθηκε, αλλά το ΙΟΒΕ σημείωσε ότι ο μέσος όρος για το 2024 ήταν χειρότερος από το 2023, ακριβώς λόγω του επίμονου πληθωρισμού.
Ανά μήνα
Ο Ιανουάριος και ο Φεβρουάριος του 2025 έφεραν οριακές βελτιώσεις, με την ακρίβεια να παραμένει η κυρίαρχη ανησυχία και τα σήματα να είναι μικτά: Απαισιοδοξία για τα προσωπικά οικονομικά, αλλά ανεξήγητη αισιοδοξία για μείζονες αγορές.
Η άνοιξη του 2025 αποτέλεσε την κορύφωση της αστάθειας. Τον Μάρτιο, μια ελαφρά ανάκαμψη αποδόθηκε από το ΙΟΒΕ περισσότερο σε μια «προεκλογική προσδοκία» παρά σε πραγματική βελτίωση των συνθηκών. Αμέσως μετά, τον Απρίλιο, ήρθε η κατάρρευση, με την εμπιστοσύνη να πέφτει σε χαμηλό 3,5 ετών, εν μέσω αβεβαιότητας για φορολογικά και ασφαλιστικά μέτρα. Ο Μάιος ήταν ο μόνος πραγματικά θετικός μήνας του έτους, με μια απρόσμενα «σημαντική βελτίωση» σε όλους τους επιμέρους δείκτες, δημιουργώντας μια ψευδαίσθηση ανάκαμψης.
Η ψευδαίσθηση αυτή διαλύθηκε βίαια το καλοκαίρι. Τον Ιούνιο, όλα τα κέρδη του Μαΐου εξανεμίστηκαν, με την εμπιστοσύνη να κατρακυλά και τις προβλέψεις για τα οικονομικά του νοικοκυριού και της χώρας να επιδεινώνονται δραματικά. Η χρονιά έκλεισε με τον χειρότερο δυνατό τρόπο τον Ιούλιο, με τον δείκτη να αγγίζει νέο χαμηλό 9 μηνών και την απαισιοδοξία να κυριαρχεί απόλυτα.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ




































































































