Η πρόσφατη εξέλιξη στο τμήμα Χερσόνησος – Νεάπολη είναι το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα του πώς οι παλιές αμαρτίες του κράτους συνεχίζουν να γεννούν χρέη στο παρόν. Η υποχρέωση καταβολής αποζημίωσης 124,5 εκατ. ευρώ στην ανάδοχο κοινοπραξία (ΓΕΚ Τέρνα – Aktor) δεν προέκυψε από κάποιο απρόβλεπτο γεγονός. Προέκυψε από την αποτυχία του Δημοσίου να ολοκληρώσει τις απαλλοτριώσεις και να παραδώσει τους χώρους κατασκευής στην ώρα του, όπως όφειλε βάσει της σύμβασης.
Αυτό το διοικητικό φιάσκο μεταφράζεται σε μια τεράστια καθυστέρηση 498 ημερών (16,3 μήνες), μεταθέτοντας την ολοκλήρωση ενός κρίσιμου τμήματος για τον Ιούλιο του 2028. Η απόφαση του αρμόδιου υπουργείου είναι ξεκάθαρη. Ο ανάδοχος δεν φέρει καμία ευθύνη. Το κόστος αυτό είναι εξ ολοκλήρου προϊόν κρατικής αβελτηρίας.
Όπως αναφέρεται σε ρεπορτάζ της ΑΝΑΤΟΛΗΣ, η επίσημη εκδοχή για την καθυστέρηση και την αποζημίωση των 124,5 εκατ. ευρώ στο τμήμα του ΒΟΑΚ «Χερσόνησος-Νεάπολη» είναι απλή και, δυστυχώς, οικεία. Το ελληνικό Δημόσιο για άλλη μια φορά απέτυχε να κάνει σωστά τη δουλειά του, καθυστερώντας τις απαλλοτριώσεις. Το γράφαμε εξαρχής. Ωστόσο, μια πιο κριτική ανάγνωση των γεγονότων, σε συνδυασμό με την πίεση των ασφυκτικών χρονοδιαγραμμάτων του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ), γεννά το εύλογο ερώτημα: πρόκειται απλώς για μια ακόμη περίπτωση κρατικής αβελτηρίας ή μήπως βρισκόμαστε μπροστά σε μια έντεχνα διαχειριζόμενη, «τεχνητή κρίση»; Μια κρίση που εξυπηρετεί έναν συγκεκριμένο σκοπό, να δοθεί νόμιμη και επικερδής παράταση χρόνου στην εργολήπτρια εταιρεία, παρακάμπτοντας τις αμείλικτες προθεσμίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης;
Το αφήγημα της «αναπόφευκτης» καθυστέρησης
Ας εξετάσουμε το σενάριο αυτό. Ήταν εξαρχής γνωστό σε όλους τους εμπλεκόμενους ότι τα έργα που χρηματοδοτούνται από το Ταμείο Ανάκαμψης υπόκεινται σε αυστηρότατα, αδιαπραγμάτευτα χρονοδιαγράμματα. Η ολοκλήρωσή τους εντός συγκεκριμένων οροσήμων αποτελεί προϋπόθεση για την εκταμίευση των πόρων. Για ένα έργο τεράστιας κλίμακας και πολυπλοκότητας όπως ο ΒΟΑΚ, σε μια χώρα με διαβόητες καθυστερήσεις στις απαλλοτριώσεις και τις αδειοδοτήσεις, η τήρηση αυτών των προθεσμιών ήταν, στην καλύτερη περίπτωση, ένας εξαιρετικά φιλόδοξος στόχος.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται ο πυρήνας της ανάλυσης. Η αποτυχία του Δημοσίου να παραδώσει εγκαίρως τους χώρους κατασκευής δεν ήταν ένα απρόβλεπτο γεγονός, αλλά το πιο προβλέψιμο εμπόδιο. Όταν, λοιπόν, το πιο προβλέψιμο εμπόδιο εμφανίζεται και γίνεται η επίσημη αιτία για την εκτροπή ενός έργου, η υπόνοια της σκοπιμότητας είναι σχεδόν αναπόφευκτη. Η απόφαση του Υπουργείου Υποδομών είναι αποκαλυπτική. Όχι μόνο αναγνωρίζει την καθυστέρηση, αλλά σπεύδει να αποσαφηνίσει κατηγορηματικά ότι δεν υφίσταται οποιαδήποτε υπαιτιότητα του αναδόχου. Αυτή η νομική «αποστείρωση» της ευθύνης του κατασκευαστή είναι το κλειδί. Δημιουργεί τις τέλειες συνθήκες για το τελικό αποτέλεσμα, ασφαλώς υπέρ του έργου.
Νόμιμη παράταση
Ο εργολάβος λαμβάνει μια γενναία, νόμιμη παράταση 498 ημερών, απελευθερώνοντας τον από την «θηλιά» των προθεσμιών του ΤΑΑ. Η ημερομηνία ολοκλήρωσης μετατίθεται επισήμως για τον Ιούλιο του 2028. Όχι μόνο δεν τιμωρείται για την καθυστέρηση (και πώς θα μπορούσε αφού το υπουργείο έχει την ευθύνη για τις απαλλοτριώσεις) αλλά επιβραβεύεται. Λαμβάνει μια τεράστια αποζημίωση, με το ποσό των 112,323 εκατ. ευρώ να αφορά απευθείας τον κατασκευαστή. Έτσι, το σύνολο της ευθύνης και του κόστους μεταφέρεται στο Δημόσιο. Κι ο Έλληνας φορολογούμενος;
Μια βολική λύση με δημόσιο χρήμα
Υπό αυτό το πρίσμα, η «αποτυχία» του κράτους μοιάζει περισσότερο με μια βολική διευθέτηση. Εμφανίζεται το Δημόσιο, κι αναλαμβάνει οικειοθελώς την ευθύνη για ένα προβλέψιμο πρόβλημα και προσφέρει στο πιάτο μια νόμιμη διέξοδο, πληρώνοντας μάλιστα αδρά γι’ αυτήν. Η κρίση λειτούργησε ως μηχανισμός «νομιμοποίησης» μιας παράτασης που, διαφορετικά, θα ήταν αδιανόητη στο πλαίσιο του Ταμείου Ανάκαμψης.
Συνεπώς, το έργο όχι μόνο θα καθυστερήσει, με το κόστος του να έχει ήδη αυξηθεί κατά 124,5 εκατ. ευρώ, αλλά και η μακροπρόθεσμη σύμβαση παραχώρησης του ιδιώτη παραμένει απολύτως προστατευμένη, καθώς η 26ετής περίοδος υπηρεσιών απλώς θα ξεκινήσει αργότερα.
Έτσι, ενώ το αφήγημα της κρατικής ανικανότητας είναι πάντα εύπεπτο, τα στοιχεία της υπόθεσης επιτρέπουν την ανάδυση μιας εναλλακτικής, πιο ενοχλητικής αλήθειας. Μιας αλήθειας όπου η «κρίση» δεν ήταν ένα ατύχημα, αλλά ενδεχομένως μια απαραίτητη ενέργεια για την απεμπλοκή του έργου από ένα μη ρεαλιστικό χρονοδιάγραμμα.
Τα ερωτήματα είναι απλά, ίσως και περιττά: Το πολύπλευρο κόστος αυτό που προκύπτει, από την ευθύνη του δημοσίου, ποιος θα το επωμιστεί σε πολιτικό ή υπηρεσιακό επίπεδο; Ή μήπως πρόκειται για μια επιτυχημένη ενέργεια και θα επιβραβευτεί; Κι ο πραγματικός λογαριασμός πού θα σταλεί; Για άλλη μια φορά καλούνται να υποστούν το πολύπλευρο κόστος, οι πολίτες.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ





































































































