Οριστικό τέλος στις όποιες ελπίδες έτρεφαν χιλιάδες δημόσιοι υπάλληλοι –μεταξύ αυτών και ένας πολύ μεγάλος αριθμός εργαζομένων στην Κρήτη– για τη δικαστική επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού βάζει το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο. Η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας (ΣτΕ), μέσα από τη νέα της απόφαση (1201/2026), σφραγίζει το ζήτημα, καθιστώντας σαφές ότι η επιστροφή των δώρων εορτών και του επιδόματος αδείας δεν μπορεί να επιτευχθεί μέσω των δικαστικών αιθουσών.
Ιδιαίτερα στην τοπική αυτοδιοίκηση της Κρήτης, όπου οι Δήμοι, η Περιφέρεια και οι διάφορες κρατικές δομές απασχολούν κρίσιμο αριθμό υπαλλήλων, η απόφαση αυτή έρχεται να τερματίσει μια δεκαετή σχεδόν περίοδο προσφυγών, αβεβαιότητας και δικαστικών εξόδων για τα τοπικά εργατικά σωματεία. Όπως επισημαίνει και ο έγκριτος εργατολόγος Γιάννης Καρούζος, πρόκειται για τη δέκατη κατά σειρά απόρριψη αντίστοιχων διεκδικήσεων, η οποία πλέον δημιουργεί αμετάκλητο δεδικασμένο.
Σχολιάζοντας στην ΑΝΑΤΟΛΗ τις εξελίξεις ο Πρόεδρος του Εργατοϋπαλληλικού Κέντρου Λασιθίου Μανόλης Πεπόνης σημείωσε πως «η απόφαση του ΣτΕ δεν προκαλεί έκπληξη αν ανατρέξουμε στην αρχή των μνημονίων, όπου όλα τα μέτρα που αφορούσαν τους εργαζόμενους του ιδιωτικού και δημόσιου τομέα, θεωρούνταν συνταγματικά και εθνικά ωφέλιμα, άσχετα αν οδηγούσαν στην φτωχοποίηση των εργαζόμενων και συνταξιούχων. Το επιχείρημα ότι οι μισθοί στο Δημόσιο, ιδιαίτερα για τους νεοδιόριστους, διαμορφώνουν επαρκείς συνθήκες αξιοπρεπούς διαβίωσης είναι εκτός πραγματικότητας αν αναλογιστούμε τις συνθήκες που βιώνουν καθημερινά οι δημόσιοι υπάλληλοι και οι οικογένειές τους, με το αυξημένο κόστος ζωής, τη στέγαση, την ενέργεια και τα τρόφιμα. Τα τελευταία 14 χρόνια ο κόσμος του Δημοσίου (χωρίς να διαφέρει ουσιαστικά του ιδιωτικού τομέα) βιώνει την απαξίωση της καθημερινότητάς του μέσω μιας φτωχοποίησης που συνεχίζεται και βαθαίνει μέρα με τη μέρα. Είναι ξεκάθαρο ότι είναι πια θέμα πολιτικής απόφασης η επαναφορά του 13ου και 14ου μισθού και οι εργαζόμενοι δεν έχουν άλλη διέξοδο από την συνέχιση και κλιμάκωση των πιέσεων για να δοθεί λύση».
Το Σκεπτικό της «Πρότυπης Δίκης»
Η κρίσιμη απόφαση του ΣτΕ εκδόθηκε στο πλαίσιο «πρότυπης δίκης», εξετάζοντας αγωγή δημοσίου υπαλλήλου (με επίσημη παρέμβαση της ΑΔΕΔΥ) που διεκδικούσε αναδρομικά τα επιδόματα για τη διετία 2023-2024. Η Ολομέλεια έκρινε τελεσίδικα ότι η πλήρης κατάργηση των δώρων με τον ν. 4093/2012 δεν συνιστά παραβίαση ούτε του ελληνικού Συντάγματος, ούτε του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Η επιχειρηματολογία του Δικαστηρίου δομήθηκε πάνω σε τρεις βασικούς άξονες.
Δημοσιονομική Ευστάθεια: Το Δικαστήριο έλαβε σοβαρά υπόψη του τις δεσμεύσεις της χώρας, όπως αυτές αποτυπώνονται στο «Μεσοπρόθεσμο Δημοσιονομικό – Διαρθρωτικό Σχέδιο 2025-2028». Η οριζόντια καταβολή δύο επιπλέον μισθών ετησίως στο σύνολο του Δημοσίου θα προκαλούσε τεράστια μόνιμη δημοσιονομική επιβάρυνση. Η στάση του νομοθέτη, συνεπώς, δικαιολογείται πλήρως από επιτακτικούς λόγους δημοσίου συμφέροντος.
Ευρωπαϊκό Δίκαιο και Κατώτατος Μισθός: Η πλευρά των υπαλλήλων επικαλέστηκε την Ευρωπαϊκή Οδηγία 2022/2041 για τους επαρκείς κατώτατους μισθούς. Το ΣτΕ, ωστόσο, ευθυγραμμιζόμενο με πρόσφατη απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (C-19/23 της 11.11.2025), υπογράμμισε ότι το ζήτημα της ρύθμισης των αποδοχών ανήκει στην απόλυτη και αποκλειστική αρμοδιότητα του εκάστοτε εθνικού νομοθέτη.
Αξιοπρεπής Διαβίωση: Βασιζόμενο σε επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το δικαστήριο έκρινε πως δεν τίθεται σε κίνδυνο η αξιοπρεπής διαβίωση των υπαλλήλων από τη μη χορήγηση των δώρων, καθώς το γενικό μισθολόγιο έχει αναπροσαρμοστεί τα τελευταία χρόνια (ν. 4354/2015, 5045/2023, 5163/2024).
Το ζήτημα της ισότητας με τον ιδιωτικό τομέα
Ένα από τα πλέον συζητημένα νομικά όπλα των προσφευγόντων ήταν η παραβίαση της συνταγματικής αρχής της ισότητας έναντι των εργαζομένων του ιδιωτικού τομέα, οι οποίοι συνεχίζουν να εισπράττουν κανονικά τα δώρα Χριστουγέννων, Πάσχα και αδείας.
Το ΣτΕ απέρριψε την αγωγή και ως προς αυτό το σκέλος. Σύμφωνα με το σκεπτικό, το Σύνταγμα και ο Υπαλληλικός Κώδικας επιφυλάσσουν διαφορετική μεταχείριση στους δημοσίους υπαλλήλους. Εφόσον δεν τελούν υπό τις ίδιες συνθήκες εργασίας με τους ιδιωτικούς υπαλλήλους, η μη καταβολή των επιδομάτων δεν συνιστά αντισυνταγματική διάκριση. Ο κρίσιμος διαφοροποιητικός παράγοντας παραμένει το γεγονός ότι η μισθοδοσία του Δημοσίου επηρεάζει άμεσα τον κρατικό προϋπολογισμό. Σημειώνεται, πάντως, ότι στο σημείο αυτό υπήρξε ισχυρή μειοψηφία έξι δικαστών που διαφώνησαν.
Μονόδρομος η πολιτική λύση
Το συμπέρασμα του ρεπορτάζ είναι ξεκάθαρο: Η οποιαδήποτε μελλοντική σκέψη για επιστροφή του 13ου και 14ου μισθού στο Δημόσιο απομακρύνεται οριστικά από τα έδρανα της δικαιοσύνης. Το ζήτημα μεταφέρεται πλέον αποκλειστικά στην αρένα της κεντρικής πολιτικής σκηνής. Αν ποτέ υπάρξει επαναφορά των επιδομάτων στους υπαλλήλους της χώρας, και κατ’ επέκταση της Κρήτης, αυτή θα γίνει μόνο μέσω κυβερνητικής πρωτοβουλίας και νέας νομοθετικής ρύθμισης, με τον αντίστοιχο δημοσιονομικό σχεδιασμό.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ




































































































