Η «Μηχανή του Χρόνου» είναι ιστορική και δημοσιογραφική τηλεοπτική εκπομπή, με δημιουργό και παρουσιαστή τον δημοσιογράφο Χρίστο Βασιλόπουλο. (https://www.mixanitouxronou.gr). Αξίζει να την παρακολουθούμε γιατί ο δημιουργός, μέσα από έρευνα, αρχειακό υλικό και μαρτυρίες, μας δίνει σημαντικά -και συχνά άγνωστα- ιστορικά στοιχεία. Παρακολούθησα εκπομπή με θέμα τη Σπιναλόγκα:
Πριν από την καθιέρωση της Σπιναλόγκας ως τόπου εγκλεισμού, οι χανσενικοί διαβιούσαν σε μικρούς οικισμούς εκτός των αστικών τειχών, με πιο γνωστή τη «μεσκινιά» του Ηρακλείου. Ο όρος προέρχεται από τουρκική λέξη για τον άθλιο και αντανακλούσε την περιφρόνηση της κοινωνίας.
Το 1884, η Γενική Συνέλευση των Κρητών επιχείρησε να διαχειριστεί το ζήτημα μέσω μιας επιτροπής ειδικών. Οι προτάσεις περιλάμβαναν τη δημιουργία ενός οργανωμένου οικισμού και λεπροκομείου με αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης. Ωστόσο, στην εισήγησή τους υπήρχε και μια ιδιαίτερα σκληρή πρόταση, η οποία τελικά δεν υλοποιήθηκε, σχετικά με τον περιορισμό των κοινωνικών επαφών των ασθενών:
«Εκτός λοιπόν του αποχωρισμού, αναγκαιότατον είναι και το μέτρον της απαγορεύσεως του γάμου και της παρακωλύσεως της μεταξύ των φυλών επιμιξίας παρά τοις λεπροίς. Όχι δε μόνον οι λεπροί, αλλά και τα τέκνα αυτών έπρεπε να κωλύονται του γάμου διότι, και υγιά αν φαίνωνται, δύνανται να μεταδώσωσι τη εν αυτοίς λανθάνουσαν ίσως νόσον εις τους εγγόνους των».
Η επίσημη λειτουργία της Σπιναλόγκας ως χώρου απομόνωσης ξεκίνησε στις 13 Οκτωβρίου 1904, με την άφιξη 251 ασθενών. Το νησί λειτούργησε ως φυλακή και όχι ως θεραπευτήριο. Το 1925, ο Γερμανός καθηγητής Ζεϋφάρτ περιέγραψε το νησί ως «κολαστήριο ασθενών», τονίζοντας την ανάγκη μετατροπής του σε ανθρωπιστική αποικία με νοσοκομείο και εργαστήριο. Όπως σημείωνε χαρακτηριστικά: «Βωβοί, με μίαν νεκρικήν σιγήν στέκονται εις τους τοίχους των σπιτιών των ή κάθηνται εις τας θύρας και τα παράθυρα. Σιγά σιγά, λύεται η απαισία σιγή και με ταις βραχνές, χαρακτηριστικές, σαν κρωγμές, φωνές των μας παραπονούνται οι λεπροί πικρώς δια την απομόνωσίν των και προ παντός, διότι δεν τους γίνεται καμμία θεραπεία ή τουλάχιστον δεν γίνονται εις αυτούς πειράματα να βελτιωθή ή να σταματίση η νόσος των».
Παράλληλα, ο βουλευτής Λασιθίου Μιχαήλ Καταπότης σε επιστολή του προς τον πρωθυπουργό ανέφερε: «Και ως ειρκτή καταδίκων και ως τάφος ακόμη είναι ανεπαρκής». Το 1928, ο νομπελίστας Τσαρλς Νικόλ επισκέφθηκε το νησί, καταγράφοντας τη φρικτή καθημερινότητα των αναπήρων και τις αυτοκτονίες των ασθενών που επιχειρούσαν να διαφύγουν από τον εγκλεισμό.
Η κατάσταση άρχισε να αλλάζει ουσιαστικά από το 1936, όταν ο φοιτητής νομικής Επαμεινώνδας Ρεμουντάκης, μεταφερόμενος εκεί ως ασθενής, ανέλαβε δράση. Ιδρύοντας την «Αδελφότητα Ασθενών Σπιναλόγκας», οργάνωσε την καθαριότητα, την απολύμανση των οικιών με ασβέστη και δημιούργησε χώρους πολιτισμού, όπως θέατρο και κινηματογράφο, εισάγοντας ακόμα και κλασική μουσική μέσω μεγαφώνων.
Η οριστική παύση λειτουργίας του λεπροκομείου ήρθε το 1957, μετά την ανακάλυψη του κατάλληλου φαρμάκου το 1948. Η Σπιναλόγκα παραμένει σήμερα ένα μνημείο του ανείπωτου ανθρώπινου πόνου, υπενθυμίζοντας τις συνέπειες της κρατικής αδιαφορίας και του κοινωνικού στιγματισμού.
ΛΕΩΝ.Κ.

































































































