Μία ακόμη παρέμβαση για τη μείωση του μη μισθολογικού κόστους ετοιμάζει η κυβέρνηση, με στόχο να στηρίξει την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και να διευκολύνει την περαιτέρω αύξηση των μισθών στον ιδιωτικό τομέα. Σύμφωνα με πληροφορίες της Realnews, το οικονομικό επιτελείο έχει καταλήξει στον σχεδιασμό νέας μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών κατά μισή ποσοστιαία μονάδα, με ισχύ από την 1η Ιανουαρίου του 2027, μέτρο που αναμένεται να ενταχθεί στο πακέτο των εξαγγελιών της Διεθνούς Εκθεσης Θεσσαλονίκης.
Η παρέμβαση θα αφορά περίπου 2,3 εκατομμύρια μισθωτούς του ιδιωτικού τομέα και περισσότερες από 300.000 επιχειρήσεις, ενώ θα αποτελέσει το τελευταίο βήμα του σχεδίου σταδιακής αποκλιμάκωσης των ασφαλιστικών εισφορών που ξεκίνησε το 2019. Σήμερα οι συνολικές ασφαλιστικές εισφορές ανέρχονται στο 35,16% των μεικτών αποδοχών.
Με τη νέα μείωση θα περιοριστούν στο 34,66%, όταν το 2019 διαμορφώνονταν στο 40,56%. Μέσα σε οκτώ χρόνια, δηλαδή, οι επιβαρύνσεις στην εργασία θα έχουν μειωθεί συνολικά κατά 5,9 ποσοστιαίες μονάδες. Με τη νέα μείωση του 2027, οι ασφαλιστικές εισφορές θα βρεθούν κάτω από το 35% και συγκεκριμένα στο 34,66%, από 35,16% που είναι σήμερα, πλησιάζοντας τον μέσο όρο της Ε.Ε. Οι εργοδοτικές εισφορές από 21,79% που είναι σήμερα θα μειωθούν σε 21,29%, ενώ οι εισφορές των εργαζομένων θα μείνουν στο 13,37%.
Το σενάριο
Οι πληροφορίες αναφέρουν ότι η νέα παρέμβαση θα αφορά κυρίως τις εργοδοτικές ασφαλιστικές εισφορές. Το επικρατέστερο σενάριο προβλέπει ότι η μείωση θα προέλθει από τον κλάδο υγειονομικής περίθαλψης, ενώ εξετάζονται μικρές παρεμβάσεις και σε ορισμένες εργοδοτικές εισφορές υπέρ της ΔΥΠΑ.
Αντίθετα, δεν αναμένεται να επηρεαστούν οι εισφορές που χρηματοδοτούν την κύρια και την επικουρική σύνταξη, καθώς ούτε η κυβέρνηση ούτε ο ΕΦΚΑ επιθυμούν να δημιουργηθεί οποιαδήποτε αμφιβολία για τη χρηματοδότηση του ασφαλιστικού συστήματος. Ετσι, το άμεσο οικονομικό όφελος θα το δουν οι επιχειρήσεις μέσω της μείωσης του κόστους εργασίας, ενώ οι εργαζόμενοι αναμένεται να ωφεληθούν κυρίως έμμεσα, καθώς η κυβέρνηση εκτιμά ότι οι επιχειρήσεις θα αποκτήσουν μεγαλύτερο περιθώριο για αυξήσεις αποδοχών και νέες προσλήψεις.
Γιατί επιλέχθηκε το 0,5%
Στο οικονομικό επιτελείο εξετάστηκαν διαφορετικά σενάρια πριν ληφθούν οι οριστικές αποφάσεις. Σύμφωνα με πληροφορίες της «R», στο τραπέζι βρέθηκε ακόμη και η προοπτική μείωσης των ασφαλιστικών εισφορών κατά μία ολόκληρη ποσοστιαία μονάδα. Το συγκεκριμένο σενάριο, όμως, εγκαταλείφθηκε καθώς θα διπλασίαζε το δημοσιονομικό κόστος, το οποίο θα ξεπερνούσε τα 440 εκατ. ευρώ ετησίως.
Η μείωση κατά μισή ποσοστιαία μονάδα εκτιμάται ότι θα κοστίσει περίπου 220 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση. Στην κυβέρνηση, ωστόσο, θεωρούν ότι μεγάλο μέρος αυτής της απώλειας θα καλυφθεί από την περαιτέρω αύξηση της απασχόλησης, τον περιορισμό της αδήλωτης εργασίας αλλά και την αύξηση των ασφαλιστέων αποδοχών.
Σύμφωνα με στοιχεία του ΕΦΚΑ, κάθε αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 1% αυξάνει την ασφαλιστέα μισθολογική βάση κατά περίπου 140 εκατ. ευρώ ετησίως. Με δεδομένο ότι ο κατώτατος μισθός αυξήθηκε κατά 4,5% τον Απρίλιο του 2026, η ασφαλιστέα βάση εκτιμάται ότι ενισχύεται κατά περίπου 630 εκατ. ευρώ, δημιουργώντας πρόσθετα έσοδα για το ασφαλιστικό σύστημα.
Η νέα μείωση των εισφορών δεν αποτελεί μεμονωμένο μέτρο. Εντάσσεται στον συνολικό κυβερνητικό σχεδιασμό για την αύξηση του μέσου μισθού στα 1.500 ευρώ έως το τέλος της τετραετίας, αλλά και τη νέα αύξηση του κατώτατου μισθού την άνοιξη του 2027. Η λογική του οικονομικού επιτελείου είναι ότι η αύξηση των αποδοχών πρέπει να συνοδεύεται από αντίστοιχη μείωση του μη μισθολογικού κόστους, ώστε οι επιχειρήσεις να μπορούν να απορροφήσουν ευκολότερα τις νέες μισθολογικές επιβαρύνσεις.
Το σύνολο των εισφορών (εργοδότη και εργαζομένου) για τους μισθωτούς ανέρχεται σήμερα στο 35,16% και με αυτό το ποσοστό η Ελλάδα βρίσκεται στην τέταρτη θέση των κρατών με τις υψηλότερες ασφαλιστικές κρατήσεις στις χώρες του ΟΟΣΑ.
Υψηλές είναι και οι κρατήσεις στον κλάδο σύνταξης. Ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ είναι 18,8%. Στην Ελλάδα οι εισφορές σύνταξης (εργοδότη και εργαζομένου) φτάνουν στο 26%. Στη Γαλλία είναι 27,8%, στο Βέλγιο 16,4%, στη Γερμανία 18%, ενώ στην Ιταλία οι εισφορές στον κλάδο σύνταξης φτάνουν στο 33% και είναι οι υψηλότερες στην Ε.Ε. και στον ΟΟΣΑ, με δεύτερη την Ισπανία όπου οι ασφαλιστικές εισφορές για σύνταξη φτάνουν στο 28,3%.
Το όφελος στην πράξη
Η μείωση των ασφαλιστικών εισφορών κατά μισή ποσοστιαία μονάδα μπορεί εκ πρώτης όψεως να φαίνεται μικρή. Ωστόσο, όταν μεταφράζεται σε πραγματικό κόστος μισθοδοσίας και υπολογίζεται στο σύνολο του προσωπικού μιας επιχείρησης, αποκτά μεγαλύτερη σημασία, ιδιαίτερα σε κλάδους που το εργατικό κόστος αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος των λειτουργικών εξόδων.
Στην πράξη, για έναν εργαζόμενο με μεικτό μισθό 1.000 ευρώ, η μείωση των εργοδοτικών εισφορών σημαίνει εξοικονόμηση περίπου 5 ευρώ τον μήνα ή 60 ευρώ σε ετήσια βάση. Αν ο εργαζόμενος αμείβεται με 1.200 ευρώ, το όφελος αυξάνεται στα 6 ευρώ τον μήνα και περίπου 72 ευρώ τον χρόνο. Στην περίπτωση ενός εργαζομένου με μεικτές αποδοχές 1.500 ευρώ, που αποτελεί πλέον έναν αρκετά συνηθισμένο μισθό σε πολλούς κλάδους της οικονομίας, η επιχείρηση θα εξοικονομεί περίπου 7,5 ευρώ κάθε μήνα, δηλαδή περίπου 90 ευρώ ετησίως.
Για έναν εργαζόμενο με μεικτό μισθό 2.000 ευρώ, η αντίστοιχη εξοικονόμηση διαμορφώνεται περίπου στα 10 ευρώ τον μήνα ή 120 ευρώ τον χρόνο, ενώ για αποδοχές 3.000 ευρώ φθάνει περίπου τα 15 ευρώ μηνιαίως, δηλαδή 180 ευρώ σε ετήσια βάση.
Τα ποσά αυτά δεν αφορούν αύξηση στις αποδοχές των εργαζομένων, αλλά αποκλειστικά τη μείωση του εργοδοτικού κόστους. Ωστόσο, το οικονομικό επιτελείο εκτιμά ότι η ελάφρυνση αυτή θα δημιουργήσει μεγαλύτερο περιθώριο για νέες αυξήσεις μισθών τα επόμενα χρόνια.
Παράδειγμα
Το πραγματικό όφελος γίνεται περισσότερο αισθητό στις επιχειρήσεις με μεγάλο αριθμό εργαζομένων. Για παράδειγμα, μια μικρή επιχείρηση που απασχολεί 20 εργαζομένους με μέσο μεικτό μισθό 1.500 ευρώ θα δει το συνολικό κόστος μισθοδοσίας να μειώνεται περίπου κατά 1.800 ευρώ τον χρόνο. Το ποσό μπορεί να αξιοποιηθεί για την κάλυψη μέρους μιας νέας πρόσληψης, για πρόσθετες παροχές προς το προσωπικό ή για να απορροφήσει μέρος των αυξήσεων που θα δοθούν στους μισθούς.
Σε μια επιχείρηση με 50 εργαζομένους και αντίστοιχο μέσο μισθό, η εξοικονόμηση διαμορφώνεται περίπου στα 4.500 ευρώ ετησίως. Αντίστοιχα, σε μεγάλες επιχειρήσεις με εκατοντάδες εργαζομένους, το συνολικό όφελος μπορεί να φθάσει σε αρκετές δεκάδες χιλιάδες ευρώ κάθε χρόνο.
Γι’ αυτό και οι εργοδοτικές οργανώσεις επιμένουν διαχρονικά ότι η περαιτέρω αποκλιμάκωση των ασφαλιστικών εισφορών αποτελεί βασική προϋπόθεση για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων και τη δυνατότητα χορήγησης υψηλότερων αποδοχών. Οι μεγαλύτεροι κερδισμένοι από το μέτρο αναμένεται να είναι οι κλάδοι έντασης εργασίας, όπως το λιανεμπόριο, η εστίαση, ο τουρισμός, οι μεταφορές, οι υπηρεσίες φύλαξης και καθαριότητας, αλλά και η μεταποίηση, στους οποίους η μισθοδοσία αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα λειτουργικά έξοδα.
Τα σενάρια που εξετάζονται από το οικονομικό επιτελείο αυτή την περίοδο για την αύξηση του κατώτατου μισθού είναι μεταξύ 50 και 80 ευρώ, που σημαίνει μισθός από 970 ευρώ έως και 1.000 ευρώ το 2027. Για τα επίπεδα των 1.000 ευρώ θα χρειαστεί σίγουρα και μια σημαντική ελάφρυνση βαρών για τις μικρομεσαίες κυρίως επιχειρήσεις στις οποίες απασχολούνται ως επί το πλείστον οι περίπου 500.000 εργαζόμενοι που αμείβονται με τις κατώτατες αποδοχές.





































































































