«Ενθυμούμαι τον παππού Λεωνίδα να λέγει ότι θα μας φέρει χάσικο ψωμί!», μου είπε η Τιτίκα! Τί ψωμί ήταν αυτό;
Ο Μανώλης Πιτυκάκης στο «Γλωσσικό Ιδίωμα της Ανατολικής Κρήτης» αναφέρει: χάσικος (επίθ.) κατ’ εξοχήν επί άρτου και αρτοπαρασκευασμάτων που ζυμώνονται με λευκό αλεύρι. Στην Κρήτη που το συνηθισμένο ψωμί ήταν το κριθαρένιο, το σίτινο εθεωρείτο κάποτε πολυτέλεια και το χάσικο υπερπολυτέλεια: «Πήγαινε στο φούρνο να πάρει τις δύο φραντζόλες, μία μαύρη και μία χάσικη!». Η λέξη προέρχεται από την τουρκική λέξη has, που σημαίνει τον εκλεκτό, τον καθαρό, τον ιδιαιτέρως φροντισμένο.
Στην παραδοσιακή Κρήτη λοιπόν ο όρος «χάσικο ψωμί» αναφερόταν στο λευκό, καθαρό ψωμί που παρασκευαζόταν από κοσκινισμένο σιτάλευρο, ώστε να απομακρυνθεί κάθε ίχνος πίτουρου. Σε αντίθεση με το καθημερινό «μαύρο» ψωμί (ντάκος ή κριθάρι), το χάσικο ήταν δυσεύρετο και ακριβό. Θεωρούνταν πολυτέλεια και το έφτιαχναν κυρίως στις μεγάλες γιορτές, σε γάμους ή για να φιλέψουν έναν καλεσμένο. Το χάσικο ψωμί ήταν σύμβολο ευμάρειας. Το ψωμί των φτωχών ή της καθημερινότητας ήταν το σκούρο και πιο βαρύ στο στομάχι.
«Είσ’ αφράτη σαν φραντζόλα, σαν το χάσικο ψωμί,
κι όποιος σε κοιτάζει εσένα τονε ζώνουν οι καημοί»
Μάρκος Βαμβακάρης (1940).
ΛΕΩΝ.Κ.

































































































