Στο επίκεντρο μιας σφοδρής αντιπαράθεσης, η οποία αποτυπώνεται ανάγλυφα μέσα από εκατοντάδες σχόλια και τοποθετήσεις, βρίσκεται η δημόσια διαβούλευση του Υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας (ΥΠΕΝ) για το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο (ΕΧΠ) για τις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) και τη Στρατηγική Μελέτη Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΣΜΠΕ) αυτού. Πρόκειται για ένα από τα πλέον κρίσιμα θεσμικά κείμενα που θα καθορίσουν το ενεργειακό – και κατ’ επέκταση το αναπτυξιακό – μέλλον της χώρας, με την Κρήτη να αποτελεί ίσως το πιο ευαίσθητο και αμφιλεγόμενο πεδίο εφαρμογής του.
Το νέο Ειδικό Χωροταξικό Πλαίσιο έρχεται να αναθεωρήσει το παλαιότερο και θεωρητικά παρωχημένο καθεστώς, με βασικό στόχο την επίτευξη των εθνικών και ευρωπαϊκών κλιματικών στόχων και την ταχεία απεξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα. Μέσα από το σχέδιο του ΥΠΕΝ, τίθενται οι νέοι κανόνες για τη χωροθέτηση αιολικών και φωτοβολταϊκών πάρκων, υδροηλεκτρικών σταθμών, καθώς και εγκαταστάσεων αποθήκευσης ενέργειας. Καθορίζονται, επίσης, οι ζώνες αποκλεισμού, τα κριτήρια απόστασης από οικισμούς, αρχαιολογικούς χώρους και τουριστικές περιοχές, αλλά και οι λεγόμενες ζώνες «φέροντος οργανισμού» για την προστασία του φυσικού τοπίου.
Ωστόσο, η εικόνα που προκύπτει από την ψηφιακή πλατφόρμα της διαβούλευσης είναι αποκαλυπτική των τεράστιων ανησυχιών που διακατέχουν τις τοπικές κοινωνίες, τους θεσμικούς φορείς της αυτοδιοίκησης, καθώς και πλήθος περιβαλλοντικών οργανώσεων. Το φόρουμ του Υπουργείου έχει κυριολεκτικά κατακλυστεί από σχόλια πολιτών και φορέων, η συντριπτική πλειονότητα των οποίων εκφράζει έντονες ενστάσεις, ζητώντας ριζικές αλλαγές, αποσύρσεις συγκεκριμένων άρθρων και πολύ αυστηρότερες δικλείδες ασφαλείας απέναντι στην υπερβολική συγκέντρωση έργων.
Στο επίκεντρο της κριτικής βρίσκεται η γενικευμένη αίσθηση ότι το νέο πλαίσιο, αντί να βάζει «φρένο» στην άναρχη εξάπλωση των ΑΠΕ, στην πραγματικότητα νομιμοποιεί και διευκολύνει την περαιτέρω βιομηχανοποίηση του υπαίθριου χώρου. Ειδικά για την Κρήτη, μια περιοχή με βαρύ τουριστικό αποτύπωμα, σπάνια βιοποικιλότητα, πλούσια αγροτική παράδοση και μοναδικό ορεινό ανάγλυφο, οι αντιδράσεις είναι παραπάνω από ηχηρές. Δήμοι του νησιού, παραγωγικοί φορείς αλλά και απλοί πολίτες επισημαίνουν στα σχόλιά τους τον άμεσο κίνδυνο κορεσμού. Μεγάλος αριθμός σχολίων κάνει λόγο για υποβάθμιση του τουριστικού μας προϊόντος και περιορισμό της γεωργικής και κτηνοτροφικής γης, καθώς γιγαντιαίες ανεμογεννήτριες και αχανή φωτοβολταϊκά πάρκα σχεδιάζεται να χωροθετηθούν σε περιοχές με ιδιαίτερο φυσικό κάλλος ή σε μικρή απόσταση από παραδοσιακούς οικισμούς.
Οι εκπρόσωποι της Τοπικής Αυτοδιοίκησης ζητούν μέσω των υπομνημάτων τους στη διαβούλευση ξεκάθαρο λόγο και ουσιαστικό, δεσμευτικό ρόλο στη λήψη των αποφάσεων για την έγκριση νέων έργων, και όχι απλά γνωμοδοτικό χαρακτήρα. Ένα από τα βασικά αιτήματα που καταγράφονται στα σχόλια είναι η ξεκάθαρη προτεραιότητα του Τοπικού και Πολεοδομικού Χωροταξικού Σχεδιασμού (ο οποίος εκπονείται αυτή την περίοδο σε πολλούς δήμους) έναντι του Ειδικού για τις ΑΠΕ, ώστε κάθε Δήμος να έχει τη δυνατότητα να προστατεύσει τις περιοχές που ο ίδιος κρίνει ζωτικής σημασίας για τον πρωτογενή τομέα και την ήπια τουριστική ανάπτυξη.
Παράλληλα, τοπικές περιβαλλοντικές οργανώσεις και ενεργά δίκτυα πολιτών της Κρήτης κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου για τις προστατευόμενες περιοχές του δικτύου Natura 2000, καταγγέλλοντας ότι το προτεινόμενο σχέδιο αφήνει επικίνδυνα ανοιχτά «παράθυρα» για καταστροφικές παρεμβάσεις σε ευαίσθητα οικοσυστήματα. Τονίζεται, επιπλέον, από πολλούς συμμετέχοντες η απουσία ουσιαστικού υπολογισμού της πραγματικής φέρουσας ικανότητας του νησιού. Οι υφιστάμενες, σε συνδυασμό με τις ήδη αδειοδοτημένες και υπό κατασκευή εγκαταστάσεις, δημιουργούν ασφυκτικές πιέσεις στο φυσικό τοπίο, αλλοιώνοντας την παραδοσιακή φυσιογνωμία του κρητικού ορεινού όγκου. Πολλοί σχολιαστές προτείνουν ως μόνη βιώσιμη διέξοδο την ενίσχυση των ενεργειακών κοινοτήτων με πραγματική συμμετοχή της βάσης, αντί για φαραωνικά έργα.
Συμπερασματικά, η διαβούλευση για το Ειδικό Χωροταξικό των ΑΠΕ έχει αναδειχθεί σε ένα δυναμικό πεδίο μάχης ιδεών και συμφερόντων. Οι τοπικές κοινωνίες της Κρήτης και της υπόλοιπης χώρας δεν απορρίπτουν δογματικά την αναγκαιότητα για την πράσινη μετάβαση. Απαιτούν, όμως, αυτή να υλοποιηθεί με αυστηρούς κανόνες, μέτρο, αδιαπραγμάτευτο σεβασμό στο φυσικό περιβάλλον και, πρωτίστως, με τη σύμφωνη γνώμη των ίδιων των ανθρώπων που ζουν και δραστηριοποιούνται στους τόπους υποδοχής αυτών των έργων. Το μεγάλο στοίχημα πλέον για το αρμόδιο Υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας είναι το πώς, και κυρίως εάν, θα αφουγκραστεί και θα ενσωματώσει αυτές τις εκατοντάδες τεκμηριωμένες φωνές αγωνίας στο τελικό νομοθετικό κείμενο, πριν αυτό πάρει τον δρόμο της Βουλής.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ






































































































