Η πρόσφατη κοινοβουλευτική παρέμβαση του βουλευτή Ρεθύμνης του ΠΑΣΟΚ και τομεάρχη Αγροτικής Ανάπτυξης Μανόλη Χνάρη, η οποία βασίστηκε στα επίσημα συμπεράσματα της μελέτης της Ειδικής Επιστημονικής Ομάδας Εργασίας της Περιφέρειας Κρήτης για την καλλιεργητική περίοδο 2025-2026, έρχεται να επιβεβαιώσει με τον πλέον δραματικό τρόπο αυτό που στην ύπαιθρο του τόπου μας βιώνουμε καθημερινά τα τελευταία χρόνια. Η ελαιοκαλλιέργεια, ο ιστορικός, κοινωνικός και οικονομικός στυλοβάτης του νησιού, δεν περνά μόνο μια συγκυριακά κακή χρονιά. Βρίσκεται αντιμέτωπη με μια δομική, πρωτοφανή ρωγμή που απειλεί να διαλύσει τον παραγωγικό ιστό της κρητικής υπαίθρου, αφήνοντας πίσω της οικονομική ασφυξία και κοινωνική αποδιάρθρωση.
Όταν το σύνολο της κρητικής ελαιοπαραγωγής συρρικνώνεται σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα και οι στρεμματικές αποδόσεις καταποντίζονται, η συζήτηση παύει να είναι ζήτημα αγροτικών αποζημιώσεων. Μετατρέπεται σε ζήτημα επιβίωσης. Στην ανατολική εσχατιά της Κρήτης, στο Λασίθι, η κρίση αυτή δεν είναι μια μελλοντική απειλή που διαβάζουμε σε επιστημονικές αναφορές για την κλιματική αλλαγή. Είναι μια καθημερινή, σκληρή πραγματικότητα που βιώνεται στα χωριά του Μεραμπέλλου, στους ελαιώνες της Σητείας και στις πεδιάδες της Ιεράπετρας, σηματοδοτώντας το προοίμιο μιας γενικευμένης ερημοποίησης.
Η γενικευμένη καθίζηση του κρητικού ελαιώνα
Τα στοιχεία που συγκέντρωσε και επεξεργάστηκε η επιστημονική επιτροπή της Περιφέρειας αποτυπώνουν χωρίς ωραιοποιήσεις τη βαθιά κρίση της τελευταίας πενταετίας. Η εικόνα της παραγωγής δεν παρουσιάζει απλώς φυσιολογικές διακυμάνσεις παρενιαυτοφορίας, αλλά μια συνεχή, βίαιη απορρύθμιση. Αν εξαιρεθεί η εξαιρετική, σχεδόν ιδανική καλλιεργητική περίοδος 2022-2023, κατά την οποία η Κρήτη έφτασε στο εντυπωσιακό ρεκόρ των 132.000 τόνων ελαιολάδου, η συνολική τάση παραμένει ανησυχητικά πτωτική. Την περίοδο 2021-2022 η παραγωγή του νησιού είχε διαμορφωθεί στους 85.000 τόνους, μέγεθος που θεωρείται ο ιστορικός μέσος όρος του κρητικού ελαιώνα. Ωστόσο, η διετία που ακολούθησε την έκρηξη του 2022-2023 έδειξε τα πρώτα βαριά συμπτώματα της κλιματικής κόπωσης, με την παραγωγή του 2023-2024 να κατακρημνίζεται στους 35.800 τόνους. Η μερική ανάκαμψη του 2024-2025 στους 61.000 τόνους αποδείχθηκε προσωρινή, καθώς για την τρέχουσα περίοδο 2025–2026 η εκτίμηση περιορίζεται στους μόλις 38.000 τόνους. Πρόκειται για μια συνολική καθίζηση της τάξης του 71% σε σύγκριση με την κορύφωση του 2022-2023, επιβεβαιώνοντας ότι το νησί χάνει σταθερά πάνω από το 55% της μέσης παραγωγικής του δυναμικής.
Στα Χανιά
Η σύγκριση ανάμεσα στις τέσσερις Περιφερειακές Ενότητες φέρνει στο φως μια σαφή γεωγραφική ανισορροπία, η οποία καθρεφτίζει τις υδατικές και κλιματικές αντοχές της κάθε περιοχής. Στα δυτικά, η Περιφερειακή Ενότητα Χανίων επιδεικνύει τη μεγαλύτερη σχετική ανθεκτικότητα. Από τους 22.000 τόνους του 2021–2022 και τους 33.000 τόνους της περιόδου 2022–2023, τα Χανιά υποχώρησαν στους 11.000 τόνους το 2023–2024, ανέκαμψαν στους 18.500 τόνους το 2024–2025 και φέτος εκτιμώνται στους 13.500 τόνους. Η μείωση στα Χανιά φτάνει το 59% σε σύγκριση με τη χρονιά-ρεκόρ, ποσοστό βαρύ, αλλά αισθητά ηπιότερο από εκείνο της υπόλοιπης Κρήτης, χάρη στα αυξημένα υδατικά αποθέματα των Λευκών Ορέων.
Στο Ρέθυμνο
Στην Περιφερειακή Ενότητα Ρεθύμνου, όπου ο Μανόλης Χνάρης κατέγραψε άμεσα τον παλμό των παραγωγών, η πτώση είναι σαφώς πιο επιθετική. Το Ρέθυμνο από τους 12.500 τόνους του 2021–2022 και τους 18.500 τόνους του 2022–2023, κατρακύλησε στους 5.500 τόνους το 2023–2024, έφτασε μετά βίας τους 9.000 τόνους το 2024–2025 και για τη φετινή περίοδο 2025–2026 εκτιμάται στους 5.200 τόνους. Η ποσοστιαία πτώση στο Ρέθυμνο αγγίζει το 72%, αποδεικνύοντας ότι οι ημιορεινοί ελαιώνες του νομού δοκιμάζονται σκληρά από την ανομβρία και τη θερμική καταπόνηση.
Στο Ηράκλειο
Ακόμη πιο τρομακτική είναι η εικόνα στην Περιφερειακή Ενότητα Ηρακλείου, τη ναυαρχίδα της ελαιοπαραγωγής της Κρήτης. Το Ηράκλειο από τους 36.000 τόνους της περιόδου 2021-2022 είχε εκτοξευθεί στους 58.000 τόνους το 2022-2023. Ακολούθησε η κάθετη πτώση στους 14.500 τόνους το 2023–2024, η συγκρατημένη άνοδος στους 25.000 τόνους το 2024-2025 και η νέα βουτιά στους 15.000 τόνους για την περίοδο 2025–2026. Η απώλεια στο Ηράκλειο φτάνει το 74% σε σχέση με τη χρονιά-ορόσημο. Περιοχές όπως η Μεσαρά, τα Πεζά, ο Μονοφάτσι και οι Αρχάνες βλέπουν τεράστιους ελαιώνες να παράγουν ελάχιστες ποσότητες, με άμεσο αντίκτυπο στην εμπορία και στην τροφοδοσία των τυποποιητηρίων.
Λασίθι: Στο επίκεντρο της καταιγίδας με ιστορική καθίζηση 81%
Αν όμως για το Ηράκλειο και το Ρέθυμνο τα στοιχεία προκαλούν έντονο προβληματισμό, για το Λασίθι η κατάσταση συνιστά μια άνευ προηγουμένου καταστροφή. Ο νομός μας καταγράφει με διαφορά τη μεγαλύτερη ποσοστιαία μείωση σε ολόκληρο το νησί, πληρώνοντας πρώτος και με τον πιο οδυνηρό τρόπο το τίμημα της κλιματικής αλλαγής.
Τα νούμερα του Λασιθίου είναι αμείλικτα. Την περίοδο 2021-2022 ο νομός παρήγαγε 14.500 τόνους εξαιρετικού παρθένου ελαιολάδου. Τη χρονιά 2022-2023 έφτασε στο εντυπωσιακό επίπεδο των 22.500 τόνων, αναδεικνύοντας τη δυναμική του λασιθιώτικου ελαιώνα. Την αμέσως επόμενη χρονιά, 2023-2024, σημειώθηκε η πρώτη κατάρρευση στους μόλις 4.800 τόνους. Το 2024-2025 υπήρξε μια αναιμική ανάκαμψη στους 8.500 τόνους, για να φτάσουμε σήμερα, στην καλλιεργητική περίοδο 2025–2026, στην απόλυτη καθίζηση των 4.300 τόνων. Η πτώση αυτή μεταφράζεται σε ποσοστό απώλειας που αγγίζει το 81% σε σχέση με το 2022-2023 και σχεδόν 50% σε σύγκριση με την περσινή, ήδη υποτονική χρονιά.
Λασίθι και ερημοποίηση
Το Λασίθι αποτελεί το ανατολικό άκρο της Κρήτης, την πιο θερμή και ξηροθερμική γωνιά του νησιού. Λειτουργεί ως το πρώτο και πλέον ευάλωτο ανάχωμα απέναντι στην επέλαση της ερημοποίησης. Οι αιτίες της φετινής κατάρρευσης δεν εντοπίζονται μόνο στην παρατεταμένη ανομβρία, αλλά σε ένα συνδυασμό ακραίων κλιματικών παραγόντων που λειτούργησαν σωρευτικά. Οι εξαιρετικά ήπιοι χειμώνες στέρησαν από τα ελαιόδεντρα τις απαραίτητες ώρες χαμηλών θερμοκρασιών που απαιτούνται για τη διακοπή του λήθαργου των οφθαλμών. Ακολούθησαν πρόωροι και παρατεταμένοι καύσωνες κατά την κρίσιμη περίοδο της ανθοφορίας και της καρπόδεσης, με αποτέλεσμα την εμφάνιση εκτεταμένης ακαρπίας και σχινοκαρπίας.
Οι συνέπειες
Η κρίση αυτή εκδηλώνεται με διαφορετικές αλλά εξίσου οδυνηρές μορφές στις επιμέρους περιοχές του νομού. Στην επαρχία Μεραμπέλλου, με το έντονα επικλινές ανάγλυφο και τις παραδοσιακές πεζούλες, οι περισσότεροι ελαιώνες είναι ξηρικοί. Η έλλειψη βροχοπτώσεων και η παντελής απουσία εγγειοβελτιωτικών υποδομών έχουν οδηγήσει σε αφυδάτωση των δέντρων, με τα κλαδιά να ξεραίνονται και τον λιγοστό καρπό να πέφτει πριν προλάβει να ωριμάσει. Στη Σητεία, τη μητρόπολη του παγκοσμίως αναγνωρισμένου ελαιολάδου ΠΟΠ, η κατάσταση στον υπόγειο υδροφορέα είναι δραματική. Οι συνεχείς υπεραντλήσεις έχουν ρίξει τη στάθμη των γεωτρήσεων σε οριακά επίπεδα, με τον κίνδυνο της υφαλμύρωσης να απειλεί ολόκληρες πεδινές και παράκτιες ζώνες. Στην Ιεράπετρα, η σύγκρουση για το νερό έχει προσλάβει εκρηκτικές διαστάσεις. Ο ταμιευτήρας των Μπραμιανών, που αποτελεί τον πνεύμονα της περιοχής, έφτασε σε ιστορικά χαμηλά αποθέματα, αναγκάζοντας τους αρμόδιους φορείς να επιβάλουν δρακόντειους περιορισμούς στην άρδευση, δίνοντας αναγκαστικά προτεραιότητα στη θερμοκηπιακή παραγωγή και αφήνοντας τους ελαιώνες στην τύχη τους.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ
Από τη στήλη ΙΧΝΗΛΑΣΙΕΣ της έντυπης έκδοσης της ΑΝΑΤΟΛΗΣ

































































































