Βαθιά παραγωγική κρίση συγκλονίζει τον ελαιοκομικό τομέα. Η κατάρρευση της παραγωγής δεν αποτελεί ένα μεμονωμένο συμβάν που εξαντλείται στα όρια των αγροτεμαχίων, ούτε ένα στατιστικό μέγεθος που αφορά αποκλειστικά τους ανθρώπους του μόχθου. Αντιπροσωπεύει έναν γενικευμένο κλονισμό της τοπικής οικονομικής δομής του Λασιθίου, που απειλεί να αποσαρθρώσει την ενδοχώρα και να αλλάξει ανεπιστρεπτί τη φυσιογνωμία του νησιού.
Όταν τα επίσημα στοιχεία καταγράφουν μια δραματική πτώση της παραγωγής από τους 22.500 τόνους στους μόλις 4.300 τόνους σε επίπεδο νομού, αντιλαμβάνεται κανείς ότι δεν πρόκειται για μια απλή κάμψη, αλλά για μια καθολική καθίζηση. Το πρώτο βίαιο ρήγμα εμφανίζεται ήδη στον τομέα της μεταποίησης. Δεκάδες ελαιουργεία σε ολόκληρο το Λασίθι, από τον κάμπο του Μεραμπέλλου και την Ιεράπετρα μέχρι τις κοινότητες της Σητείας, είτε παραμένουν ερμητικά κλειστά είτε υπολειτουργούν ανοίγοντας για ελάχιστες ημέρες την εβδομάδα. Οι επιχειρήσεις αυτές αδυνατούν πλέον να καλύψουν τα πάγια λειτουργικά τους κόστη, τους φουσκωμένους λογαριασμούς ενέργειας και τη μισθοδοσία του εποχικού και μόνιμου προσωπικού τους.
Ταυτόχρονα, οι συνεταιριστικές οργανώσεις και οι υγιείς ιδιώτες τυποποιητές της περιοχής χάνουν την κρίσιμη μάζα προϊόντος που αποτελεί τη μοναδική βάση διαπραγμάτευσης στις διεθνείς αγορές. Επί δεκαετίες, το επώνυμο κρητικό ελαιόλαδο έχτισε με κόπο και επενδύσεις ισχυρούς διαύλους διανομής στην Γερμανία και το βορρά αλλά και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ωστόσο, η παγκόσμια αγορά τροφίμων δεν αναμένει την αποκατάσταση της δικής μας κανονικότητας. Όταν ένας τόπος αδυνατεί να παραδώσει τις συμφωνημένες ποσότητες, το κενό καλύπτεται αμέσως από ανταγωνίστριες χώρες, όπως η Ισπανία, η Τουρκία και η Τυνησία. Η απώλεια της θέσης μας στα ράφια των διεθνών δικτύων δεν είναι ένα προσωρινό φαινόμενο, αλλά μια στρατηγική υποχώρηση, καθώς οι εμπορικές σχέσεις που διακόπτονται σπάνια ανακτώνται χωρίς μακροχρόνιες και δαπανηρές προσπάθειες.
Το οικονομικό έμφραγμα στην πραγματική αγορά της ενδοχώρας
Την ίδια ώρα, η πρωτογενής παραγωγή βρίσκεται παγιδευμένη σε ένα παράδοξο και εξοντωτικό σπιράλ. Ενώ η σοδειά είναι ελάχιστη έως μηδενική, το κόστος παραγωγής ανά κιλό εκτινάσσεται σε πρωτοφανή ύψη. Ο παραγωγός είναι υποχρεωμένος να επωμιστεί το κόστος της βασικής λίπανσης, του κλαδέματος, των καυσίμων και των τελών άρδευσης προκειμένου να διατηρήσει τα δέντρα ζωντανά. Πληρώνει, δηλαδή, ένα σημαντικό κεφάλαιο συντήρησης των λιόφυτων χωρίς να προσδοκά ούτε ένα ευρώ επιστροφής.
Στην ενδοχώρα του Λασιθίου, όπου το ελαιόλαδο αποτελεί παραδοσιακά τη σπονδυλική στήλη της οικονομικής ζωής, η κατάσταση αυτή ισοδυναμεί με έμφραγμα ρευστότητας. Το ελαιοκομικό εισόδημα ήταν πάντοτε εκείνο που κινούσε τα εμπορικά καταστήματα, χρηματοδοτούσε τις οικοδομικές δραστηριότητες, εξοφλούσε τις υποχρεώσεις και στήριζε τις ανάγκες των νοικοκυριών. Σήμερα, δεκάδες εκατομμύρια ευρώ λείπουν από την τοπική αγορά. Από τα καφενεία και τα παντοπωλεία των χωριών μέχρι τις εμπορικές επιχειρήσεις του Αγίου Νικολάου, της Ιεράπετρας και της Σητείας, η έλλειψη ρευστού χρήματος δημιουργεί μια δύσκολη ατμόσφαιρα, αποδεικνύοντας ότι η κρίση του πρωτογενούς τομέα μετατρέπεται ταχύτατα σε κρίση ολόκληρης της τοπικής κοινωνίας. Μπορεί ο τουρισμός να κυριαρχεί ως εισόδημα, αλλά η διασπορά του εισοδήματος από το λάδι εξακτινώνεται σε όλη την κοινωνία.
Ο κίνδυνος κοινωνικής αποψίλωσης και περιβαλλοντικής ερημοποίησης
Η πιο ανησυχητική, όμως, διάσταση της παρούσας συγκυρίας είναι βαθιά κοινωνική και δημογραφική. Τα προηγούμενα χρόνια, ένας σημαντικός αριθμός νέων ανθρώπων πείστηκε να παραμείνει στον τόπο του, επενδύοντας στη γη μέσα από σχέδια βελτίωσης και ευρωπαϊκά προγράμματα νέων γεωργών. Σήμερα, οι ίδιοι αυτοί άνθρωποι βρίσκονται αντιμέτωποι με συσσωρευμένα χρέη προς τράπεζες και προμηθευτές, έχοντας να διαχειριστούν δύο καταστροφικές χρονιές μέσα σε μια τριετία. Το αίσθημα της ματαίωσης είναι διάχυτο και η στροφή προς τις εποχικές υπηρεσίες του τουρισμού φαντάζει πλέον ως η μοναδική διέξοδος για την άμεση επιβίωσή τους.
Αν, όμως, οι νέοι εγκαταλείψουν οριστικά τον λασιθιώτικο ελαιώνα, οι συνέπειες θα είναι ανυπολόγιστες και μη αναστρέψιμες. Τα χωριά της ενδοχώρας θα ερημώσουν, χάνοντας την κοινωνική τους συνοχή και τις παραγωγικές τους δυνάμεις. Παράλληλα, η εγκατάλειψη της καλλιέργειας συνεπάγεται περιβαλλοντική κατάρρευση. Οι παραδοσιακές ξερικές πεζούλες, χωρίς την απαραίτητη φροντίδα, θα καταρρεύσουν και τα εδάφη θα διαβρωθούν ανεπανόρθωτα από τις σπάνιες αλλά σφοδρές χειμερινές καταιγίδες.
Επιπλέον, οι παρατημένες εκτάσεις, γεμάτες από ξερή οργανική ύλη, θα μετατραπούν σε μπαρουταποθήκες, αυξάνοντας δραματικά τον κίνδυνο ανεξέλεγκτων πυρκαγιών κατά τους θερινούς μήνες. Η απειλή της ερημοποίησης, λοιπόν, παύει να είναι ένα σενάριο των επιστημονικών εκθέσεων και μετατρέπεται σε απτή πραγματικότητα.
Το θεσμικό τέλμα, ο αναχρονιστικός ΕΛΓΑ και η ευθύνη της Πολιτείας
Απέναντι σε αυτό το σκηνικό διάλυσης, η κεντρική εξουσία εξακολουθεί να επιδεικνύει μια ασυγχώρητη αδράνεια. Η κοινοβουλευτική παρέμβαση του τομεάρχη Αγροτικής Ανάπτυξης του ΠΑΣΟΚ, Μανόλη Χνάρη, έθεσε με ακρίβεια το πρόβλημα, αποκαλύπτοντας τη θεσμική ανεπάρκεια των υφιστάμενων μηχανισμών. Ο ΕΛΓΑ παραμένει καθηλωμένος σε έναν αναχρονιστικό κανονισμό που συντάχθηκε σε εποχές με εντελώς διαφορετικές καιρικές συνθήκες. Το σύστημα αποζημιώνει σχεδόν αποκλειστικά τις παραδοσιακές καταστροφές από χαλάζι, παγετό ή ανεμοθύελλα, εξαιρώντας πλήρως την παρατεταμένη ξηρασία, τους θερμούς χειμώνες και την ακαρπία. Δηλαδή, αποκλείει από κάθε κάλυψη ακριβώς εκείνα τα φαινόμενα που συγκροτούν τη νέα, σκληρή κανονικότητα της κλιματικής κρίσης στη Μεσόγειο.
Οι αγρότες του Λασιθίου και ολόκληρης της Κρήτης καταβάλλουν με συνέπεια τις ασφαλιστικές τους εισφορές. Όταν, όμως, η σοδειά τους χάνεται εξαιτίας της θερμοκρασιακής καταπόνησης και της λειψυδρίας, εισπράττουν την κυνική απάντηση της κρατικής μηχανής ότι η ζημιά είναι ασφαλιστικά ακάλυπτη. Αυτός ο παραλογισμός δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός.
Η κυβέρνηση και το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης οφείλουν να δράσουν άμεσα σε δύο άξονες.
Πρώτον, απαιτείται η άμεση χορήγηση έκτακτων ενισχύσεων μέσω των κονδυλίων ήσσονος σημασίας (de minimis) και η κατάθεση τεκμηριωμένου φακέλου στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για άντληση πόρων από το Γεωργικό Αποθεματικό Κρίσεων. Η ολοκληρωμένη επιστημονική μελέτη της Περιφέρειας Κρήτης προσφέρει όλα τα απαραίτητα δεδομένα που απαιτούν οι Βρυξέλλες. Χωρίς μια ουσιαστική ένεση ρευστότητας στους παραγωγούς, η συντήρηση των δέντρων για την επόμενη καλλιεργητική περίοδο καθίσταται αδύνατη.
Δεύτερον, είναι αδήριτη ανάγκη να αλλάξει άμεσα ο Κανονισμός Ασφάλισης του ΕΛΓΑ, εντάσσοντας την ξηρασία και την ακαρπία στους καλυπτόμενους κινδύνους. Οι διαρκείς εξαγγελίες για εκσυγχρονισμό πρέπει επιτέλους να πάψουν να είναι επικοινωνιακά πυροτεχνήματα και να γίνουν πράξη.
Το υδραυλικό στοίχημα ως μόνος δρόμος επιβίωσης
Πέρα, όμως, από τις αποζημιώσεις και τις αναγκαίες ενισχύσεις επιβίωσης, το μέλλον της ελαιοκομίας στο Λασίθι είναι πρωτίστως ένα ζήτημα βαθιά υδραυλικό και αναπτυξιακό. Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε το πρόβλημα με πρόχειρα μέτρα έκτακτης ανάγκης και συνεχείς γεωτρήσεις που επιταχύνουν την εξάντληση και υφαλμύρωση των υπόγειων υδροφορέων. Το Λασίθι χρειάζεται ένα ολοκληρωμένο, μακρόπνοο σχέδιο διαχείρισης των υδάτινων πόρων.
Απαιτείται η άμεση ολοκλήρωση και παράδοση των συμπληρωματικών έργων στον ταμιευτήρα των Μπραμιανών στην Ιεράπετρα, ώστε να μεγιστοποιηθεί η αποθηκευτική του ικανότητα. Επιβάλλεται η επιτάχυνση των διαδικασιών για την κατασκευή των φραγμάτων και λιμνοδεξαμενών στη Σητεία, όπως στις Λιθίνες και τις Χοχλακιές, καθώς και η υλοποίηση μικρών φραγμάτων ανάσχεσης και ορεινών ταμιευτήρων στο Μεραμπέλλο που θα συγκρατούν τα νερά του χειμώνα και θα εμπλουτίζουν τον υδροφόρο ορίζοντα, στον Κρούστα και στο Οροπέδιο Καθαρού.
Ταυτόχρονα, συνιστά πρόκληση η απώλεια εκατομμυρίων κυβικών μέτρων επεξεργασμένων λυμάτων από τους βιολογικούς καθαρισμούς των αστικών κέντρων, τα οποία, μετά από τριτοβάθμια επεξεργασία, θα μπορούσαν να καλύψουν κρίσιμες ανάγκες άρδευσης. Εξίσου αναγκαία είναι η χρηματοδότηση των ΤΟΕΒ και των δήμων για την αντικατάσταση των πεπαλαιωμένων δικτύων, όπου σήμερα χάνεται έως και το 40% του νερού λόγω διαρροών.
Η ταυτότητα του τόπου σε οριακό σταυροδρόμι
Ο κρητικός ελαιώνας, και ιδιαίτερα ο παραδοσιακός, ξηρικός ελαιώνας του Λασιθίου, δεν αποτελεί απλώς μια γραμμή στον προϋπολογισμό ή ένα προϊόν προς κατανάλωση. Είναι το ανάγλυφο του τοπίου μας, η ιστορική μας παρακαταθήκη, η ίδια η πολιτισμική ταυτότητα των ανθρώπων που κατοικούν σε αυτόν τον τόπο.
Εάν η Πολιτεία εξακολουθήσει να αντιμετωπίζει τη σημερινή κρίση με εφησυχασμό και γραφειοκρατική επανάπαυση, η ζημιά δεν θα αφορά μόνο τους αγρότες που σήμερα δοκιμάζονται σκληρά. Θα την πληρώσει ολόκληρη η Κρήτη, παρακολουθώντας την ενδοχώρα της να μετατρέπεται βήμα-βήμα σε ένα άνυδρο, παρατημένο και ερημωμένο τοπίο. Το καμπανάκι του κινδύνου ήχησε με ένταση. Αυτό που απομένει να δούμε είναι αν υπάρχει, έστω και την ύστατη αυτή ώρα, η αναγκαία πολιτική βούληση για να αποτραπεί η παρακμή.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ
Από τη στήλη ΙΧΝΗΛΑΣΙΕΣ της έντυπης έκδοσης της ΑΝΑΤΟΛΗΣ.





























































































