Η πρόσφατη δημοσιοποίηση της Ετήσιας Έκθεσης 2026 του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ για την ελληνική οικονομία φέρνει στην επιφάνεια κρίσιμα δεδομένα που απαιτούν ψύχραιμη και εις βάθος ανάλυση, ειδικά όσον αφορά το δικό μας παραγωγικό αποτύπωμα. Σε ένα μακροοικονομικό περιβάλλον που χαρακτηρίζεται από σχετική σταθεροποίηση αλλά όχι από ουσιαστικό δομικό μετασχηματισμό, το νησί μας καταγράφει μια πανελλαδική πρωτιά που επιδέχεται διπλής ανάγνωσης.
Τα δεδομένα είναι σαφή: το 2025 τα υψηλότερα ποσοστά απασχόλησης σε όλη τη χώρα καταγράφονται στην Κρήτη, αγγίζοντας το εντυπωσιακό 68,3%. Πρόκειται για την κορυφαία επίδοση σε εθνικό επίπεδο, αφήνοντας πίσω την Πελοπόννησο με 68,1% και την Αττική με 67,5%. Αυτή η αριθμητική υπεροχή επιβεβαιώνει τη δυναμική του τόπου μας και την ικανότητα της τοπικής οικονομίας να απορροφά εργατικό δυναμικό, ωστόσο, πίσω από τους δείκτες κρύβεται μια πιο σύνθετη πραγματικότητα για την ποιότητα και τη βιωσιμότητα αυτής της απασχόλησης.
Παραγωγή πλούτου
με εισοδηματική στενότητα
Η σημασία αυτής της στατιστικής πρωτιάς, ωστόσο, οφείλει να εξεταστεί με αυστηρά κριτήρια και υπό το πρίσμα της ευρύτερης κλαδικής διάρθρωσης, η οποία παραμένει παγιδευμένη σε ένα αναπτυξιακό μοντέλο χαμηλής προστιθέμενης αξίας για τους ίδιους τους εργαζόμενους. Όπως επισημαίνεται με απόλυτη σαφήνεια στην έκθεση του ΙΝΕ ΓΣΕΕ, η ελληνική οικονομία παραμένει έντονα εξαρτημένη από υπηρεσίες που είναι άμεσα συναφείς με τον τουρισμό, το εμπόριο και τη διαχείριση ακινήτων. Η Κρήτη, αξιοποιώντας την τεράστια τουριστική της βιομηχανία, αποτελεί αδιαμφισβήτητα την ατμομηχανή αυτού του μηχανισμού παραγωγής εθνικού πλούτου. Όμως, η τοπική αγορά εργασίας δεν πάσχει μόνο από συμπιεσμένες αμοιβές, αλλά μαστίζεται από μια ραγδαία εντατικοποίηση της εργασίας που εξουθενώνει το ανθρώπινο δυναμικό.
Πολλές ώρες εργασίας
Είναι απολύτως χαρακτηριστικό ότι στον κλάδο του χονδρικού και λιανικού εμπορίου, ο οποίος συγκεντρώνει το 17,6% της συνολικής απασχόλησης πανελλαδικά, καταγράφονται κατά μέσο όρο 42,3 συνήθεις ώρες εργασίας την εβδομάδα, αποτελώντας την υψηλότερη τιμή μεταξύ των υπό εξέταση ευρωπαϊκών χωρών.
Στον δε πρωτογενή τομέα της κρητικής υπαίθρου, οι πλήρως απασχολούμενοι εργάζονται κατά μέσο όρο 47,1 ώρες την εβδομάδα. Αυτή η εξαντλητική πραγματικότητα αναδεικνύει το εξής βαθύ παράδοξο: η Κρήτη υπεραποδίδει αριθμητικά στην απασχόληση, επειδή ακριβώς το παραγωγικό της πρότυπο «απαιτεί» ακατάπαυστα περισσότερα εργατικά χέρια και πολύ περισσότερες ώρες εργασίας, συχνότατα υπό συνθήκες ασφυκτικής εποχιακής πίεσης.
Εντούτοις, ο ιδρώτας αυτών των εργαζομένων δεν μετουσιώνεται σε βιώσιμη, μακροπρόθεσμη ευημερία, καθώς η συνολική μεγέθυνση της οικονομίας στηρίζεται υπέρμετρα στην κατανάλωση, η οποία αγγίζει το 67,8% του ΑΕΠ στην Ελλάδα έναντι μόλις 51,2% στην ΕΕ-27, εγκλωβίζοντας το νησί σε έναν φαύλο κύκλο επισφαλούς εργασίας.
Καθίζηση της αγοραστικής δύναμης
Παράλληλα, το πλέον ανησυχητικό και αποκαλυπτικό στοιχείο της φετινής έκθεσης επικεντρώνεται στη συνεχιζόμενη καθίζηση της αγοραστικής δύναμης, μια σκληρή πραγματικότητα που βιώνει καθημερινά το μέσο κρητικό νοικοκυριό. Στον ενιαίο κλάδο της εστίασης, της διαμονής, των μεταφορών, της αποθήκευσης και του εμπορίου, τη ραχοκοκαλιά, δηλαδή, της τοπικής μας οικονομίας, το πραγματικό ωρομίσθιο το 2025, αν και εμφανίζεται ελαφρώς αυξημένο κατά 4,8% έναντι του 2019, παραμένει κατακρημνισμένο κατά 25,3% σε σχέση με τα προ κρίσης επίπεδα του 2009. Πρόκειται για ένα συγκλονιστικό εύρημα που αποδομεί πλήρως το κεντρικό πολιτικό αφήγημα της «ισχυρής και δίκαιης ανάπτυξης».
Τι σημαίνει αυτό πρακτικά για την κοινωνία μας;
Σημαίνει ότι την ώρα που τα ξενοδοχεία του Λασιθίου, του Ηρακλείου, του Ρεθύμνου και των Χανίων καταγράφουν ιστορικά ρεκόρ εισπράξεων, και η Κρήτη παράγει ανυπολόγιστο πλούτο συνεισφέροντας τα μέγιστα στο εθνικό ΑΕΠ, ο ξενοδοχοϋπάλληλος, ο μεταφορέας και ο υπάλληλος επισιτισμού αμείβονται, σε όρους πραγματικής αγοραστικής δύναμης, ένα τέταρτο λιγότερο από ό,τι πριν από δεκαέξι χρόνια. Δεν είναι καθόλου τυχαίο το γεγονός ότι σε μονάδες αγοραστικής δύναμης (PPS), η Ελλάδα βρίσκεται καθηλωμένη μόλις στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Το εργατικό δυναμικό του νησιού μας δεν απολαμβάνει επουδενί την αντίστοιχη εισοδηματική ασφάλεια για να αντιμετωπίσει το δυσβάσταχτο κόστος ζωής και την εκτόξευση των τιμών σε βασικά αγαθά. Είναι η απόλυτη επιτομή αυτού που τεχνοκρατικά περιγράφεται ως «φτώχεια στην εργασία», όπου το να έχει κανείς απλώς μια δουλειά δεν αποτελεί πλέον εγγύηση για μια στοιχειωδώς αξιοπρεπή διαβίωση.
Η κοινωνική βιωσιμότητα και ο κίνδυνος της φτώχειας
Αν εμβαθύνουμε περαιτέρω στα ερευνητικά δεδομένα του ΙΝΕ ΓΣΕΕ, γίνεται άμεσα αντιληπτό ότι η κοινωνική βιωσιμότητα στο νησί μας δοκιμάζεται σκληρά και ανισομερώς. Ο κίνδυνος φτώχειας στην κρίσιμη ηλικιακή ομάδα 25-54 ετών, δηλαδή στον σκληρό πυρήνα του ενεργού παραγωγικού και οικογενειακού σώματος της κοινωνίας μας, διαμορφώθηκε πανελλαδικά το 2025 στο 17,5%, ξεπερνώντας κατά πολύ το αντίστοιχο ευρωπαϊκό ποσοστό που βρίσκεται στο 14,3%. Για την Κρήτη, αυτό μεταφράζεται με μαθηματική ακρίβεια σε χιλιάδες νοικοκυριά που, παρ’ότι συμμετέχουν ενεργά στην παραγωγική διαδικασία, ασφυκτιούν οικονομικά.
Ακόμη πιο δραματική και μεσοπρόθεσμα επικίνδυνη για τον τόπο μας είναι η κατάσταση στους νέους 18-24 ετών, όπου ο κίνδυνος φτώχειας σκαρφαλώνει στο εφιαλτικό 24,2%. Πώς μπορούμε να συζητάμε σοβαρά για πραγματική περιφερειακή ανάπτυξη, όταν η νέα γενιά του νησιού μας, οι αυριανοί επαγγελματίες και επιστήμονές μας, εισέρχονται στην οικονομική και κοινωνική ζωή με τέτοιο πρωτοφανή βαθμό ανασφάλειας; Η οικονομική πίεση γίνεται ακόμη πιο εμφανής στις οικογένειες. Το 34,9% των νοικοκυριών με εξαρτώμενα παιδιά αδυνατεί πλέον να ανταποκριθεί στις βασικές και ληξιπρόθεσμες οφειλές λογαριασμών κοινής ωφέλειας, ένα ποσοστό σχεδόν τετραπλάσιο του αντίστοιχου ευρωπαϊκού (9,1%).
Ανάπτυξη με γυάλινα πόδια
Οι πανηγυρισμοί για τους δείκτες και τα υψηλά ποσοστά απασχόλησης στερούνται νοήματος, όταν το κοινωνικό κράτος και οι δημόσιες υποδομές δεν ακολουθούν την ίδια πορεία. Η έκθεση αποκαλύπτει μια οδυνηρή αλήθεια. Οι επενδύσεις στη χώρα κατευθύνονται πρωτίστως σε κατασκευές (μερίδιο κατοικιών στο 18,2%) και σε δραστηριότητες που εξυπηρετούν τη βραχυπρόθεσμη ζήτηση, παραμελώντας δραματικά την τεχνολογική αναβάθμιση. Είναι χαρακτηριστικό ότι οι εθνικές επενδύσεις σε εξοπλισμό τεχνολογίας και πληροφορικής μειώθηκαν από 9,6% το 2019 σε μόλις 7,7% το 2025.
Αυτό το διαρθρωτικό και τεχνολογικό κενό καθρεφτίζεται ανάγλυφα στην καθημερινότητά μας. Ενώ είμαστε «πρωταθλητές» στην τουριστική εργασία, παραμένουμε δραματικά ουραγοί στην ποιότητα των υποδομών. Την ώρα που η Κρήτη υποδέχεται εκατομμύρια τουρίστες, οι καθυστερήσεις στα μεγάλα έργα του νησιού, τα ενεργειακά δίκτυα και οι οδικοί μας άξονες φρενάρουν τη συνεκτική ανάπτυξη. Παράλληλα, οι δημόσιες δομές υγείας, ειδικά στην περιφερειακή Ενότητα Λασιθίου, δίνουν καθημερινό αγώνα επιβίωσης λόγω υποστελέχωσης. Στον ευαίσθητο κλάδο των δραστηριοτήτων που σχετίζονται με τη δημόσια υγεία και την κοινωνική μέριμνα, το πραγματικό ωρομίσθιο έχει καταρρεύσει στα 8,0 ευρώ το 2024, από 12,5 ευρώ το 2009, γεγονός που εξηγεί απόλυτα την άρνηση των επιστημόνων να στελεχώσουν τα νοσοκομεία μας.
Αναζητώντας διέξοδο την επόμενη μέρα
Η Ελλάδα και ιδιαίτερα η Κρήτη πρέπει να επιταχύνουν τις προσπάθειες μετάβασης από ένα μοντέλο που στηρίζεται στείρα στην κατανάλωση και την εισαγωγική εξάρτηση, σε ένα νέο υπόδειγμα που θα εστιάζει στις ποιοτικές παραγωγικές επενδύσεις. Χρειαζόμαστε μια στρατηγική ποιοτικής αναβάθμισης της εργασίας, η οποία, όπως τονίζει το ΙΝΕ ΓΣΕΕ, οφείλει να περιλαμβάνει ουσιαστικές αυξήσεις στους πραγματικούς μισθούς, ισχυροποίηση των συλλογικών συμβάσεων και βελτίωση των συνθηκών εργασίας.
Συμπερασματικά, η εργασιακή πρωτιά της Κρήτης (68,3%) δεν προσφέρεται για άκριτους πανηγυρισμούς, αλλά αποτελεί τη βάση για βαθύ κοινωνικό αναστοχασμό. Όσο η αποκαλούμενη «ανάπτυξη» συνεχίζει να χτίζεται πάνω σε ατέρμονα ωράρια (42,3 ώρες στο εμπόριο), συρρικνωμένα ωρομίσθια της τάξης του -25,3% σε βάθος δεκαπενταετίας και δραματική υποχώρηση των κοινωνικών υποδομών, το όποιο παραγωγικό μας θαύμα θα αποδειχθεί εξαιρετικά εύθραυστο. Το κρίσιμο στοίχημα της επόμενης δεκαετίας για την Κρήτη και το Λασίθι ειδικότερα, δεν είναι μόνο πόσοι συμπολίτες μας θα εργάζονται, αλλά, κυρίως, πώς θα ζουν και θα προοδεύουν από τον κόπο της εργασίας τους.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ
- Από τη στήλη ΙΧΝΗΛΑΣΙΕΣ της έντυπης έκδοσης της ΑΝΑΤΟΛΗΣ







































































































