Η υπερωριακή απασχόληση αναδεικνύεται ως ένα κεντρικό πρόβλημα στην ελληνική αγορά εργασίας, με σημαντικές επιπτώσεις τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για τους εργαζόμενους, ειδικά στους τομείς του τουρισμού, της εστίασης αλλά και του λιανεμπορίου. Κατηγορίες που κυριαρχούν στο Λασίθι και στην Κρήτη ευρύτερα.
Όπως προκύπτει από τα δεδομένα της ψηφιακής κάρτας, λιγότεροι εργαζόμενοι οδηγούν σε μεγαλύτερο κόστος, εφ’ όσον οι εργαζόμενοι πληρώνονται κανονικά. Για τις επιχειρήσεις, η υπερωριακή αμοιβή συνεπάγεται αυξημένο λειτουργικό κόστος. Ενώ τα εισοδήματα του μεμονωμένου εργαζόμενου μπορεί να αυξηθούν με την αύξηση του χρόνου υπερωριακής απασχόλησης, το σύνολο των εργατικών εισοδημάτων μειώνεται, καθώς η επιχείρηση δεν θα επέλεγε την αύξηση των υπερωριών εάν αυτό αύξανε συνολικά το κόστος εργασίας έναντι, για παράδειγμα, της πρόσληψης προσωπικού ορισμένου χρόνου. Οι θέσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, ειδικά αυτές μικρής διάρκειας (έως 6 μήνες), είναι οι πιο ευάλωτες.
Τα στοιχεία
Η τάση προς τις υπερωρίες ενισχύεται από την πρακτική των επιχειρήσεων να καλύπτουν τις ανάγκες τους με το υπάρχον προσωπικό, αντί για νέες προσλήψεις. Το πρώτο πεντάμηνο του 2025 δηλώθηκαν 2,1 εκατομμύρια υπερωρίες. Ειδικότερα, στο α’ εξάμηνο του 2025 σημειώθηκε αύξηση 81% σε σχέση με το 2024, φτάνοντας το 110% τον Ιούνιο του 2025 συγκριτικά με τον Ιούνιο του 2024. Στον τουριστικό κλάδο η αύξηση ήταν ακόμη πιο εντυπωσιακή, +855% στο εξάμηνο (+800% τον Ιούνιο), ενώ στην εστίαση έφτασε το +115% στο εξάμηνο και +226% τον Ιούνιο. Αυτά τα ποσοστά καταδεικνύουν ότι οι επιχειρήσεις, αντιμετωπίζοντας την έλλειψη προσωπικού, στρέφονται μαζικά στις υπερωρίες, γεγονός που δημιουργεί «κραδασμούς» στις επιχειρήσεις των καταλυμάτων και της εστίασης και επηρεάζει την οικονομική τους βιωσιμότητα.
Ωράρια
Επιπλέον, το συμβατικό ωράριο των 40 ωρών/εβδομάδα, αν και χαρακτηρίζει την πλειονότητα των μισθωτών πλήρους απασχόλησης (72,3%), δεν ανταποκρίνεται πλήρως στην πραγματικότητα, καθώς ένας στους τρεις μισθωτούς (27,7%) εργάζεται συνήθως περισσότερες από 40 ώρες την εβδομάδα. Η απασχόληση άνω του συμβατικού ωραρίου είναι ιδιαίτερα συγκεντρωμένη σε εργαζόμενους που εργάζονται πάνω από 5 ημέρες, οι οποίοι πραγματοποιούν περισσότερη υπερεργασία και υπερωρίες, με τον μέσο χρόνο εργασίας τους να υπερβαίνει το νόμιμο ωράριο. Το μέσο μέγεθος εβδομαδιαίας υπερωριακής απασχόλησης ανήλθε σε περίπου 2,3 εκατομ. ώρες για τους πενθήμερους εργαζόμενους και 3,7 εκατομ. ώρες για τους εξαήμερους, γεγονός που αποτυπώνει την ιδιαίτερα υψηλή ζήτηση των επιχειρήσεων για υπερωριακή απασχόληση, υπερβαίνοντας συχνά το νόμιμο ανώτατο όριο.
Εποχικότητα
Η ελληνική οικονομία χαρακτηρίζεται από έντονη εποχικότητα, κυρίως λόγω του τουριστικού κλάδου, με την απασχόληση και τις συνολικές ώρες εργασίας να είναι υψηλότερες το τρίτο τρίμηνο του έτους (Ιούλιος-Σεπτέμβριος). Οι επιχειρήσεις, αντιμετωπίζοντας προβλέψιμες εποχικές ανάγκες, καταφεύγουν στην κάλυψη αυτών μέσω της διαχείρισης του χρόνου εργασίας. Ωστόσο, η ανακατανομή του χρόνου εργασίας, αν και μπορεί να μεταφέρει ώρες από «νεκρές» σε περιόδους αυξημένης ζήτησης χωρίς να μεταβάλλει το κόστος εργασίας, έχει αρνητική επίδραση στο εισόδημα της εργασίας, καθώς δεν πραγματοποιούνται υπερωρίες.
Επικινδυνότητα
Ο Μανόλης Πεπόνης, Πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Λασιθίου, εκφράζει έντονη ανησυχία για την κατάσταση στην αγορά εργασίας. Υπογραμμίζει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση από το παρελθόν έχει «στηλιτεύσει» την Ελλάδα για το χαμηλό ποσοστό εργαζομένων που αμείβονται βάσει συλλογικών συμβάσεων, το οποίο ανέρχεται μόλις στο 24%, ενώ η ευρωπαϊκή οδηγία απαιτούσε το ποσοστό αυτό να φτάσει στο 80% μέχρι το τέλος του 2024.
«Δυστυχώς παρά την οδηγία της Ε.Ε., η κυβέρνηση αρνείται πεισματικά να την εφαρμόσει. Αποτέλεσμα εκατοντάδες χιλιάδες εργαζόμενοι που δεν υπάγονται σε κάποια συλλογική σύμβαση να αμείβονται με μισθούς ίσους με την εποχή των μνημονίων. Αποτέλεσμα να παρατηρείται το φαινόμενο έλλειψης εργατικού δυναμικού, ειδικά από νέους εργαζόμενους με συνέπεια να έχουν αυξηθεί σημαντικά οι υπερωρίες και να παρατηρείται το φαινόμενο υπερκόπωσης των εργαζομένων, αφού πρέπει να καλύψουν τις θέσεις εργασίας που δεν πληρούνται.
Έτσι ούτε για τους εργαζόμενους είναι θετικό το αποτέλεσμα, ούτε και για τις μικρομεσαίες με τα δυσβάσταχτα λειτουργικά έξοδα. Ειδικά στους εποχιακά λειτουργούντες κλάδους όπως στην περιοχή μας, η κατάσταση είναι απελπιστική έως επικίνδυνη από άποψη υγιεινής και ασφάλειας στην εργασία», υπογραμμίζει.
ΜΙΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ




































































































