Το επιτυχημένο, αλλά παραδοσιακό, τουριστικό μοντέλο του «ήλιου και της θάλασσας», πάνω στο οποίο χτίστηκε η τουριστική βιομηχανία και στηρίχθηκε καθοριστικά η οικονομική ανάπτυξη της Κρήτης και ολόκληρης της χώρας για δεκαετίες, δίνει πλέον τη θέση του σε νέες, πιο σύνθετες προκλήσεις. Σε ένα περιβάλλον ολοένα και πιο έντονου διεθνούς ανταγωνισμού, οι απόλυτοι αριθμοί των αφίξεων δεν αρκούν. Ο σύγχρονος ταξιδιώτης είναι απαιτητικός, καλά ενημερωμένος και αναζητά βιωματικές, αυθεντικές εμπειρίες που θα τον κάνουν να νιώσει μέρος της τοπικής κοινωνίας.
Αυτό το ξεκάθαρο μήνυμα μετάβασης, καθώς και την ανάγκη αλλαγής πλεύσης με βασικό στρατηγικό άξονα τα Επιμελητήρια, αναδεικνύει μέσα από μια περιεκτική και εμπεριστατωμένη παρέμβασή του ο Πρόεδρος της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Διευθυντών Ξενοδοχείων, κ. Γιώργος Πελεκανάκης. Σύμφωνα με τον ίδιο, ο σύγχρονος επισκέπτης δεν αγοράζει μόνο μια διαμονή, αγοράζει την εμπειρία της τοπικής γαστρονομίας, τον πολιτισμό και τη μοναδική φιλοξενία του τόπου.
Για να μετουσιωθεί αυτό το πλεονέκτημα σε πραγματική οικονομική αξία, κρίνεται επιβεβλημένη η συστηματική ανάπτυξη των ειδικών μορφών τουρισμού. Ο γαστρονομικός, ο αγροτουρισμός, ο πολιτιστικός, ο οινοτουρισμός, ο θρησκευτικός, ακόμα και ο ραγδαία ανερχόμενος στρατιωτικός τουρισμός, δεν αποτελούν απλώς εναλλακτικές επιλογές, αλλά τη φυσική εξέλιξη του προϊόντος μας. Πρόκειται για μορφές που επιμηκύνουν έμπρακτα την τουριστική περίοδο, αυξάνουν κατακόρυφα τη μέση κατά κεφαλήν δαπάνη και διαχέουν τα οικονομικά οφέλη σε ολόκληρο τον κοινωνικό ιστό.
Ωστόσο, όπως υπογραμμίζει ο κ. Πελεκανάκης, ο τουρισμός δεν νοείται πλέον ως ένας αυτόνομος και αποκομμένος κλάδος. Απαιτούνται ευρείες συνέργειες με την αγροτική παραγωγή, τη μεταποίηση, την εστίαση και την καινοτομία. Και σε αυτό ακριβώς το σταυροδρόμι, ο ρόλος των Επιμελητηρίων καθίσταται κομβικός. Η εποχή του στενού, παραδοσιακού διοικητικού ρόλου έχει παρέλθει.
Πυλώνες ανάπτυξης
Τα Επιμελητήρια οφείλουν να μετεξελιχθούν σε Κέντρα Αναπτυξιακής Στρατηγικής, εστιάζοντας σε τέσσερις κεντρικούς πυλώνες. Η πρώτη είναι η δημιουργία συνεργειών και τοπικών δικτύων. Στο πλαίσιο αυτό τα Επιμελητήρια καλούνται να λειτουργήσουν ως καταλύτες, ενώνοντας στο ίδιο τραπέζι ξενοδόχους, παραγωγούς τοπικών προϊόντων και ερευνητικά κέντρα, με στόχο τη δημιουργία ενιαίων θεματικών clusters.
Ο δεύτερος πυλώνας είναι η ανάγκη να γίνουν μοχλός καινοτομίας και επενδύσεων. Αποτελώντας τον συνδετικό κρίκο μεταξύ των επιχειρήσεων και χρηματοδοτικών εργαλείων όπως το ΕΣΠΑ και το Ταμείο Ανάκαμψης, οφείλουν να καθοδηγούν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην ψηφιακή και πράσινη μετάβαση. Η εξοικονόμηση ενέργειας και η ενσωμάτωση νέων τεχνολογιών είναι πλέον όρος επιβίωσης, όπως τονίζει ο κ. Πελεκανάκης.
Η εξωστρέφεια και η δημιουργία ισχυρού brand αποτελούν τον τρίτο πυλώνα. Στις μέρες μας δεν αρκεί η απλή προώθηση των ξενοδοχειακών υποδομών. Απαιτείται μια στρατηγική μάρκετινγκ που να προβάλλει ολοκληρωμένες ιστορίες, καθιστώντας παράλληλα τον επισκέπτη πρεσβευτή των ποιοτικών τοπικών προϊόντων στο εξωτερικό.
Τέλος, ο Γιώργος Πελεκανάκης προτείνει ένα Think Tank του ελληνικού τουρισμού. Ίσως η πιο ρηξικέλευθη πρόταση αφορά τον θεσμικό επαναπροσδιορισμό τους. Σε συνεργασία με τα Πανεπιστήμια, τα Επιμελητήρια οφείλουν να πάψουν να παρακολουθούν απλώς τις τάσεις και να αρχίσουν να τις συνδιαμορφώνουν, σχεδιάζοντας μακρόπνοες πολιτικές δεκαετιών απέναντι σε γεωπολιτικές εξελίξεις και την κλιματική αλλαγή.
Το ζητούμενο, επομένως, για την επόμενη μέρα δεν είναι ο «περισσότερος» αλλά ο «καλύτερος» τουρισμός. Ένας τουρισμός που σέβεται το περιβάλλον, δημιουργεί ποιοτικές θέσεις εργασίας και στηρίζει έμπρακτα την πρωτογενή παραγωγή. Για να κερδηθεί αυτό το στοίχημα, τα Επιμελητήρια καλούνται να εξελιχθούν από απλοί εκπρόσωποι επιχειρήσεων, σε ολοκληρωμένα Επιμελητήρια Ανάπτυξης Προορισμών.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ





































































































