Ομολογώ πως προβληματίστηκα έντονα όταν καλός φίλος που ασχολείται με τον τουρισμό, μου έστειλε μεταφρασμένη την ιταλική έκδοση του περιοδικού ELLE σ’ ένα άρθρο που αφορά την Ελλάδα. Ο φίλος μου έχει σπουδάσει στην Ιταλία, παρακολουθεί από κοντά τον τουρισμό, διαθέτει διαμερίσματα βραχυχρόνιας μίσθωσης στον Άγιο Νικόλαο, ζει στο Ηράκλειο κι έχει αναπτύξει ένα πρωτοποριακό πρόγραμμα βιωματικών εμπειριών στη φύση, με ποδήλατο και αυθεντικές εμπειρίες. Η γνώση του σε θέματα ποιότητας είναι εξαιρετική.
Τα γράφω αυτά για να επισημάνω πως η προσωπικότητα και η δράση καθενός αποτελεί από μόνη της, μια ξεχωριστή διάσταση που πρέπει να λαμβάνουμε σοβαρά υπ’ όψιν, όταν επιχειρούμε να αναλύσουμε τις σημερινές, πολύπλοκες συνθήκες και συχνά ραγδαίες και μη ελεγχόμενες εξελίξεις.
Μία από αυτές είναι η προοπτική ή σε κάποιες περιοχές, το φαινόμενο του υπερτουρισμού. Περισσότεροι δηλαδή επισκέπτες από αυτούς που μπορεί να εξυπηρετήσει ένας τόπος. Αυτό το φαινόμενο είναι καθοριστικό για ένα τόπο, τους κατοίκους, την κοινωνική εξέλιξη και την οικονομία μιας περιοχής.
Εμείς εδώ έχουμε ξορκίσει τα κακά πνεύματα, λέγοντας -οι ξενοδόχοι κυρίως- πως υπερτουρισμός δεν υπάρχει!
Ας διαβάσουμε όμως και μια άλλη προσέγγιση, από μια χώρα που ζει με τον υπερτουρισμό, όπως η Ιταλία.
«Ο μαζικός τουρισμός εισβάλλει στην Ελλάδα (και έτσι οι κάτοικοι δεν πηγαίνουν πια στη θάλασσα). Το φαινόμενο του υπερτουρισμού στην Ελλάδα».
Αυτός είναι ο τίτλος του περιοδικού ELLE. Και ακολουθεί το πλήρες κείμενο:
«Ο μαζικός τουρισμός δοκιμάζει σκληρά την Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, με την οικονομική κρίση και τους χαμηλούς μισθούς να εμποδίζουν τους κατοίκους να πάνε διακοπές. Ένας καταστηματάρχης από το κέντρο της Αθήνας περιέγραψε την κατάσταση στον Guardian, λέγοντας ότι «Ενώ οι ξένοι ζουν τα όνειρά τους στην Ελλάδα, εμείς βιώνουμε τη σκοτεινή πλευρά όλων όσα δεν πάνε καλά» και αναρωτήθηκε «Ποιος έχει όρεξη να πάει διακοπές όταν του λένε ότι οι λογαριασμοί ενέργειας, και πολλά άλλα, πρόκειται να αυξηθούν;».
Ένα χαρακτηριστικό περιστατικό συνέβη στις 23 Ιουλίου του περασμένου έτους στη Σαντορίνη, όπου, εκτός από τους 15.000 μόνιμους κατοίκους, έφτασαν μαζικά 11.000 τουρίστες μέσα σε μία ημέρα. Ο πληθυσμός του νησιού σχεδόν διπλασιάστηκε, οδηγώντας τις τοπικές αρχές να σκεφτούν την κήρυξη κατάστασης έκτακτης ανάγκης, σαν να αντιμετώπιζαν μια πραγματική εισβολή. Ο πρόεδρος του Δήμου Φυρών, πρωτεύουσας του νησιού, συμβούλευσε τους κατοίκους μέσω ανάρτησης στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης να παραμείνουν στα σπίτια τους λόγω του υπερβολικού πλήθους στους δρόμους.
Το όνειρο των διακοπών στην Ελλάδα
και η σκληρή πραγματικότητα
Ο μύθος των λευκών σπιτιών πάνω από το γαλάζιο της θάλασσας και των παρθένων νησιών με τα έρημα σοκάκια έχει καταστήσει την Ελλάδα κορυφαίο καλοκαιρινό προορισμό, ανάμεσα στους πιο ονειρεμένους και πολυπόθητους παγκοσμίως, σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Τουρισμού των Ηνωμένων Εθνών. Πέρυσι, η χώρα υποδέχθηκε 36 εκατομμύρια τουρίστες, σχεδόν τέσσερις φορές τον μόνιμο πληθυσμό.
Αν και ο τουρισμός έχει θετικό αντίκτυπο στην οικονομία, με τα έσοδα του 2024 να φτάνουν τα 21,7 δισεκατομμύρια ευρώ (αύξηση 5,4% σε σχέση με το 2023) σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, βοηθώντας στη μείωση του δημόσιου χρέους (από 180% του ΑΕΠ σε 153,6%) και δημιουργώντας θέσεις εργασίας, οι συνέπειες για τον τοπικό πληθυσμό είναι όλο και πιο αφόρητες.
Οι Έλληνες δεν πάνε πια διακοπές
Ο μαζικός τουρισμός έχει οδηγήσει σε: Συνωστισμό που δυσχεραίνει την καθημερινή ζωή των κατοίκων. Αύξηση των τιμών, ενώ οι μισθοί των Ελλήνων παραμένουν χαμηλοί. Τα ποσοστά πληθωρισμού έχουν ξεπεράσει κατά πολύ αυτά άλλων χωρών της Ε.Ε., προκαλώντας ισχυρή αύξηση του κόστους ζωής. Για πολλούς κατοίκους, το να κάνουν διακοπές στη δική τους χώρα είναι πλέον αδύνατο, καθώς συχνά είναι πιο συμφέρον να ταξιδέψουν στο εξωτερικό.
Οι μελέτες δείχνουν ότι ένας στους δύο Έλληνες δεν θα πάει διακοπές φέτος. Ενώ πριν από 10 χρόνια οι άνθρωποι έπαιρναν 20 ή και 30 ημέρες άδειας, αυτό το καλοκαίρι αρκούν λιγότερο από μία εβδομάδα. Οι Κυκλάδες και τα πιο απομακρυσμένα νησιά αποτελούν ένα μακρινό όνειρο για πολλούς Έλληνες, καθώς το κόστος των ακτοπλοϊκών εισιτηρίων για μια τετραμελή οικογένεια με αυτοκίνητο μπορεί να φτάσει τα 450 ευρώ, όταν ο μέσος μισθός είναι 1.342 ευρώ το μήνα.
Ο ευρωπαϊκός στατιστικός οργανισμός Eurostat επιβεβαίωσε αυτή την τάση, αναφέροντας ότι πέρυσι το 46% των Ελλήνων (19% περισσότερο από την υπόλοιπη Ε.Ε.) δε μπόρεσε να αντέξει οικονομικά διακοπές μίας εβδομάδας. Τα καταλύματα έχουν απρόσιτες τιμές και τα εστιατόρια και τα μαγαζιά έχουν τιμές προσαρμοσμένες στους ξένους τουρίστες. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι Έλληνες να αναγκάζονται να παραμείνουν στην ενδοχώρα, μακριά από τις υπέρογκες τιμές των ακτών και των νησιών, ακόμη και τον Δεκαπενταύγουστο».
Κρίσιμη πραγματικότητα
Το κείμενο αποτυπώνει με εξαιρετική σαφήνεια και ανησυχία μια κρίσιμη πραγματικότητα. Η οπτική γωνία ενός Ιταλού παρατηρητή είναι ιδιαίτερα πολύτιμη, καθώς προέρχεται από μια χώρα που βιώνει τις συνέπειες του υπερτουρισμού εδώ και δεκαετίες.
«Ναι, υπάρχει υπερτουρισμός στην Ελλάδα», αυτό ουσιαστικά προκύπτει από το κείμενο. Και για να είμαστε σαφείς, δεν είναι ένα φαινόμενο που αφορά ολόκληρη την επικράτεια, αλλά σε εμβληματικούς προορισμούς όπως οι Κυκλάδες, περιοχές της Κρήτης, της Ρόδου και το ιστορικό κέντρο της Αθήνας, είναι μια αδιαμφισβήτητη και επιθετική πραγματικότητα. Το ότι κάποιοι φορείς, κυρίως από τον ξενοδοχειακό κλάδο, ξορκίζουν τα κακά πνεύματα είναι μια προσπάθεια προστασίας ενός οικονομικού μοντέλου που, αν και βραχυπρόθεσμα εξαιρετικά κερδοφόρο, μακροπρόθεσμα αποδεικνύεται κανιβαλιστικό.
Ο δρόμος της μετάλλαξης
Μακροπρόθεσμα, το μοντέλο του υπερτουρισμού που περιγράφεται δεν οδηγεί απλώς σε έναν «διπλασιασμό του πληθυσμού» μιας μέρας στη Σαντορίνη, αλλά σε μια βαθιά και μη αναστρέψιμη κοινωνική, οικονομική και πολιτισμική μετάλλαξη. Οι συνέπειες θα είναι σαρωτικές και θα εκτείνονται πολύ πέρα από το κόστος των διακοπών για τους Έλληνες.
Η πιο ολέθρια συνέπεια θα είναι η δημιουργία κοινωνιών δύο ταχυτήτων. Από τη μία, θα υπάρχουν οι «περιοχές βιτρίνες», αποστειρωμένες ζώνες αποκλειστικά για τουρίστες και για μια μικρή, ευνοημένη οικονομική ελίτ. Σε αυτές τις περιοχές, η ιδέα της καθημερινής ζωής θα έχει σοβαρό πρόβλημα. Οι μόνιμοι κάτοικοι, αν δεν έχουν ήδη εκτοπιστεί από την έκρηξη του κόστους στέγασης, θα αισθάνονται ξένοι στον ίδιο τους τον τόπο. Η φράση του καταστηματάρχη «οι ξένοι ζουν τα όνειρά τους στην Ελλάδα, εμείς βιώνουμε τη σκοτεινή πλευρά» θα αποτελεί τον κανόνα. Μας το περιέγραψε εξαιρετικά ο εκπρόσωπος των Βαλεαρίδων πριν μερικά χρόνια.
Το πρόβλημα της κοινωνικής συνοχής
Η απόλυτη εξάρτηση από τον τουρισμό καθιστά την τοπική και εθνική οικονομία εξαιρετικά ευάλωτη σε εξωγενείς κρίσεις (μια νέα πανδημία, μια διεθνής οικονομική ύφεση, μια γεωπολιτική αναταραχή). Στον Άγιο Νικόλαο, που είναι μονοκαλλιέργεια ο τουρισμός, γνωρίζουμε τις συνέπειες. Μακροπρόθεσμα, η οικονομία χάνει την ανθεκτικότητά της. Άλλοι παραγωγικοί κλάδοι, όπως η γεωργία ή η καινοτομία (σαν αυτή που προωθεί ο φίλος μου), θα περιθωριοποιούνται, καθώς το ανθρώπινο δυναμικό και τα κεφάλαια θα κατευθύνονται μαζικά προς την εύκολη, γρήγορη, αλλά επισφαλή απόδοση της τουριστικής «αρπαχτής». Η αγορά εργασίας θα παράγει κυρίως εποχικές, χαμηλής ειδίκευσης και επισφαλείς θέσεις, εμποδίζοντας την ανάπτυξη μιας βιώσιμης μεσαίας τάξης. Κι αυτό με τις συνέπειες του, το έχουμε βιώσει στην περιοχή που δεν μπορεί να αναπτύξει την κοινωνική συνοχή.
Ζημιά στο περιβάλλον
Ο υπερτουρισμός καταναλώνει αδηφάγα τους φυσικούς πόρους που τον τρέφουν. Τα νησιά και η Κρήτη θα αντιμετωπίσουν μη διαχειρίσιμες κρίσεις λειψυδρίας, προβλήματα διαχείρισης απορριμμάτων και ενεργειακής επάρκειας. Το φυσικό τοπίο, οι παραλίες και τα θαλάσσια οικοσυστήματα θα υποβαθμιστούν ανεπανόρθωτα από την ανεξέλεγκτη δόμηση και τη ρύπανση. Παράλληλα, η «αυθεντική εμπειρία» που αναζητούν οι επισκέπτες θα γίνει ένα σκηνοθετημένο προϊόν, όπως στη Μαγιόρκα. Τα χωριά θα μετατραπούν σε θεματικά πάρκα, οι παραδόσεις σε φολκλορικό θέαμα και η τοπική γαστρονομία σε τυποποιημένο τουριστικό μενού. Στην ουσία, η Κρήτη κινδυνεύει να πουλήσει την ψυχή της, καταστρέφοντας το ίδιο το πολιτισμικό και φυσικό κεφάλαιο που την έκανε μοναδική. Κι αυτό θα το βρούμε μπροστά μας.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ


































































































