Η συνέντευξη εξελίχθηκε σε μια ενδιαφέρουσα συζήτηση με ένα πραγματικά ταλαντούχο άτομο του χώρου της μουσικής, που με την πορεία και την αφοσίωσή του έχει καταφέρει να αφήσει το δικό του αποτύπωμα στη σύγχρονη ελληνική μουσική σκηνή. Ο λόγος για τον Γιάννη Σταματογιάννη, έναν άνθρωπο που μεγάλωσε στη γραφική Σπηλιά Φωκίδας και από πολύ νωρίς ανέπτυξε μια βαθιά αγάπη για τη μουσική, βρίσκοντας στο μπουζούκι το μέσο έκφρασης που τον συντροφεύει μέχρι σήμερα. Στη συνέντευξή του, μίλησε για το πώς ξεκίνησε το ταξίδι του στον κόσμο της μουσικής, τις πρώτες του εμπειρίες με το μπουζούκι, αλλά και για τη διαδρομή που τον οδήγησε να συνεργαστεί με σημαντικούς και καταξιωμένους καλλιτέχνες, που αποτελούν ορόσημα για την ελληνική μουσική.
Τα πρώτα βήματα
Η ενασχόλησή του με το μπουζούκι ξεκίνησε εντελώς τυχαία με αφορμή ένα μικρό πιανάκι που υπήρχε στο σπίτι. Από την ηλικία των 5 ετών έπαιζε ασταμάτητα με αυτό, γεγονός που έκανε τους γονείς του να αντιληφθούν το έντονο ενδιαφέρον του για τη μουσική και να σκεφτούν να τον γράψουν για μαθήματα μπουζουκιού. Έτσι, στα 7 του μόλις χρόνια, καθώς νωρίτερα στα 5 και στα 6, δεν γινόταν να εγγραφεί κατάφερε να ξεκινήσει επίσημα στο ωδείο. Από τότε, και μέχρι την ηλικία των 23 ετών, έκανε σταθερά μαθήματα με διάφορους δασκάλους. Στα 13 του, όπως μας είπε, άρχισε να πηγαίνει σε ένα μαγαζί στη Ναύπακτο, όπου έπαιζε ο τότε δάσκαλός του και να συμμετέχει παίζοντας για μία ώρα ώστε να εξασκείται. Ένα χρόνο αργότερα στα 14, ήρθε και η πρώτη του επαγγελματική δουλειά με το μπουζούκι.
Όπως παραδέχτηκε, ποτέ δεν σκέφτηκε να εγκαταλείψει το όργανο, καθώς από την πρώτη στιγμή το αγάπησε βαθιά επηρεασμένος και από τα μουσικά ακούσματα του σπιτιού του. Κατά τα χρόνια του Γυμνασίου και του Λυκείου, ένιωσε την ανάγκη να γνωρίσει και άλλα όργανα – κιθάρα, λαούτο, μαντολίνο, τζουρά και μπαγλαμά. Σήμερα όπως μας είπε σε μια συναυλία μπορεί να παίξει 3-4 διαφορετικά όργανα, ωστόσο το βασικό του και αυτό που τον εκφράζει περισσότερο παραμένει το μπουζούκι.
Η πορεία της ζωής του
Από τη Γ΄ Γυμνασίου ξεκίνησε να εργάζεται σε μαγαζιά της Πάτρας, που ήταν και η κοντινότερη μεγάλη πόλη, συνεχίζοντας έτσι μέχρι τα 18 του χρόνια που μετακόμισε ως φοιτητής στην Αθήνα. Μετακομίζοντας εκεί, δεν σταμάτησε να δουλεύει αδιάκοπα με το μπουζούκι μέχρι και την περίοδο πριν την πανδημία. Με την έλευση του κορονοϊού και τους περιορισμούς στις εξόδους αναγκάστηκε να διακόψει προσωρινά τις ζωντανές εμφανίσεις, αν και όπως μας είπε δεν έπαψε να ασχολείται με τη μουσική ακόμη και τότε. Όταν η κατάσταση σταδιακά επανήλθε, συνέχισε κανονικά τη δραστηριότητά του.
Στα 18 του με την εγκατάστασή του στην Αθήνα, ξεκίνησε να εργάζεται σε ένα μαγαζί που ονομαζόταν «Παλιά Μαρκίζα», όπου τραγουδούσε η σπουδαία τραγουδίστρια παλαιάς κοπής Χαρούλα Λαμπράκη η οποία είχε συνεργαστεί με τον Βασίλη Τσιτσάνη. Μέσα από αυτή τη συνεργασία προέκυψαν και οι ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές ενώ, όπως μας αποκάλυψε η γνωριμία του με την Χαρούλα Λαμπράκη άνοιξε νέους δρόμους στην πορεία του και λίγα χρόνια αργότερα, στα 23 του, τον οδήγησε να συναντήσει και να συνεργαστεί με τον σπουδαίο Χρήστο Νικολόπουλο.
Τον ρωτήσαμε πώς έγραψε αυτή η συνεργασία μέσα του και μας είπε ότι επειδή ήταν πολύ μεγάλος θαυμαστής του ήταν σαν να μην το ζούσε όλο αυτό και ένιωθε πολύ μεγάλο το δέος όταν ήταν και είναι δίπλα του καθώς αισθάνεται ακόμη ότι κάθε στιγμή έχει κάτι να μάθει. Εκείνος με όσους συνεργάζεται τους αντιμετωπίζει σαν είναι μαθητής, τους κοιτάει με απόλυτο σεβασμό, κοιτάζει ακόμη και τις αναπνοές τους, πώς τις διαχειρίζονται και συνεχώς μαθαίνει, ενώ ακόμη και σήμερα σε οποιαδήποτε συνεργασία κάνει, συγκινείται που είναι με καταξιωμένους καλλιτέχνες επί σκηνής.
Στην πορεία ήρθε και η συνεργασία με τον Γιώργο Νταλάρα, αλλά και τη Μαρινέλα. Αποτελεί πλέον σταθερό συνεργάτη του Νταλάρα από το 2023 έως και σήμερα και με την Μαρινέλα ήταν από το 2023 μέχρι την στιγμή που έπαθε το εγκεφαλικό. Μάλιστα ο Γιάννης ήταν στο Ηρώδειο την στιγμή που συνέβη αυτό.
Μας σχολίασε ότι δεν περίμενε ποτέ ούτε να τους δει αυτούς τους καλλιτέχνες από κοντά, πόσο μάλλον να συνεργαστεί μαζί τους. Πλέον έχει πολύ στενή σχέση με τον Νταλάρα, την Ασλανίδου και τον Νικολόπουλο.
Σήμερα
Αυτήν τη στιγμή συμμετέχει στις καλοκαιρινές περιοδείες της Ασλανίδου, τον χειμώνα μάλιστα ήταν μαζί της σε ένα μαγαζί και του πρότεινε στο τέλος της χειμερινής σεζόν να αναλάβει πέρα από το μπουζούκι ως μαέστρος της την καλοκαιρινή περιοδεία. Επιπρόσθετα, πραγματοποιεί κάποιες συναυλίες με τον Νταλάρα και τον Βασίλη Παπακωνταντίνου. Ενώ κάνει και συναυλίες με τον Νικολόπουλο.
Τον ρωτήσαμε αν μια από όλες τις συνεργασίες έχει ξεχωρίσει και μας είπε ότι όλοι άγγιξαν μια διαφορετική χορδή του εαυτού του, ενώ σημείωσε ότι ο Νικολόπουλος είναι ένας πολύ προσιτός άνθρωπος που κοιτάζει ουσιαστικά πώς να βοηθήσει τους ανθρώπους που έχει δίπλα του να εξελιχθούν. Σημείωσε ότι όταν ήρθε η ώρα του Γιάννη να ανοίξει τα φτερά του, να πάει ένα βήμα παρακάτω και να πάει στον Νταλάρα, ο ίδιος ο Νικολόπουλος του είπε να πάει και θυσίασε τον συνεργάτη του για το δικό του καλό και την εξέλιξή του. Μας μίλησε και για το ταπεραμέντο και την μουσικότητα της Μαρινέλας, που την κάνει να ξεχωρίζει.
Τα μελλοντικά πλάνα
Στο ερώτημα με ποιον καλλιτέχνη θα ήθελε να έχει την ευκαιρία να συνεργαστεί στο μέλλον ανέφερε αμέσως τον Σταύρο Ξαρχάκο, τον οποίο θαυμάζει από τότε που ήταν παιδί, καθώς και τη Χαρούλα Αλεξίου. Μάλιστα, αποκάλυψε ότι είχε την τιμή να την συνοδεύσει μουσικά σε ένα κομμάτι στη συναυλία του Σεπτεμβρίου στο Καλλιμάρμαρο, μια εμπειρία που θα ήθελε πολύ να συνεχιστεί και να εξελιχθεί σε μια ουσιαστική συνεργασία.
Τον ρωτήσαμε πώς φαντάζεται τον εαυτό του σε μερικά χρόνια, και εκείνος απάντησε ότι το όνειρό του είναι να συμβάλει στο να συνεχίσει να ακούγεται το ποιοτικό τραγούδι. Όπως σχολίασε, οι εποχές αλλάζουν, και πολλά «διαμάντια» του ελληνικού ρεπερτορίου αρχίζουν να ξεχνιούνται. Θεωρεί αυτά τα τραγούδια πολύτιμο κομμάτι της πολιτιστικής μας κληρονομιάς και δηλώνει ότι θέλει να είναι ένας μουσικός που θα τα υπηρετεί, θα τα προτείνει ξανά στο κοινό και θα φροντίζει να παραμένουν ζωντανά στον χρόνο.
Να ενθαρρύνουμε τις κλίσεις των παιδιών
Πολλοί άνθρωποι έχουν μια φυσική έφεση στη μουσική, ένα ταλέντο ή μια βαθιά αγάπη γι’ αυτήν, αλλά δεν καταφέρνουν να την ακολουθήσουν επαγγελματικά επειδή μεγαλώνοντας άκουγαν από τους γονείς τους ότι «η μουσική δεν είναι επάγγελμα» και ότι θα έπρεπε να βρουν κάτι άλλο να κάνουν και να ασχολούνται με τη μουσική μόνο παράλληλα. Εκείνος όμως ολοκληρώνοντας, θέλησε να τονίσει πόσο καθοριστικό ήταν το γεγονός ότι οι δικοί του τον στήριξαν απόλυτα στην επιλογή του γιατί χωρίς αυτή τη στήριξη δεν θα μπορούσε να φτάσει τόσο μακριά και να κάνει όλα όσα πέτυχε. Το μήνυμά του είναι ξεκάθαρο: «Όταν ένα παιδί δείχνει κλίση σε κάτι, πρέπει να το ενθαρρύνουμε να το ακολουθήσει, γιατί μόνο μέσα σε αυτό που αγαπά πραγματικά μπορεί να βρει την αληθινή του ευτυχία».
ΣΟΦΙΑ ΣΦΑΚΙΑΝΑΚΗ




































































































