Ο ελληνικός τουρισμός βασίζεται κυρίως στο μοντέλο του ήλιου και της θάλασσας. Όμως, η διεθνής αγορά άρχισε να αλλάζει, με τους ταξιδιώτες να αναζητούν περισσότερες και πιο σύνθετες εμπειρίες.
Τρία χαρακτηριστικά παραδείγματα «σύνθετων» επενδύσεων που θεωρείται ότι ανέβασαν τον πήχη της ελληνικής φιλοξενίας είναι το Sani Resort στη Χαλκιδική, το Costa Navarino στη Μεσσηνία και οι πολυτελείς μονάδες στην Ελούντα. (thetotalbusiness): «Η εμφάνιση μεγάλων σύνθετων αναπτύξεων, που έφεραν νέες προδιαγραφές, επένδυσαν σε υποδομές, συνέδεσαν τη φιλοξενία με την τοπική ταυτότητα και μετέτρεψαν συγκεκριμένες περιοχές σε προορισμούς διεθνούς εμβέλειας. Σήμερα, το Sani Resort, το Costa Navarino και η Ελούντα αποτελούν ορόσημα του ελληνικού τουρισμού. Η επιτυχία τους απέδειξε ότι το μέλλον δεν περιορίζεται στο καλοκαίρι και στην παραλία, αλλά στη δυνατότητα να προσφέρει πολύπλευρες εμπειρίες που συνδυάζουν πολιτισμό, φύση, γαστρονομία και υψηλή φιλοξενία».
Ειδικότερα για την Ελούντα αναφέρεται ότι η ανάπτυξη δεν βασίστηκε σε έναν ενιαίο φορέα, αλλά στη σταδιακή δημιουργία ενός συμπλέγματος πολυτελών μονάδων που συνέθεσαν έναν ολοκληρωμένο προορισμό υψηλού επιπέδου: «Ξενοδοχεία, όπως το Elounda Beach και το Elounda Bay Palace, έθεσαν από νωρίς τα πρότυπα για την πολυτελή φιλοξενία στην Ελλάδα, με αρχιτεκτονική ενταγμένη στο τοπίο, υπηρεσίες VIP και έμφαση στη διακριτικότητα με αποτέλεσμα η Ελούντα να γίνει συνώνυμο του luxury travel, προσελκύοντας προσωπικότητες από όλο τον κόσμο. Η συμβολή αυτών των μονάδων αναβάθμισε το τοπικό προϊόν και ταυτόχρονα ενίσχυσαν το διεθνές brand της χώρας. Η συγκέντρωση ξενοδοχείων υψηλού επιπέδου κατέστησε την Ελούντα έναν από τους πιο αναγνωρίσιμους πολυτελείς προορισμούς της Μεσογείου».
ΛΕΩΝ.Κ.








































































































