Ζούμε σε έναν τόπο, το Λασίθι, που έχει μάθει να αναπνέει στο ρυθμό της τουριστικής σεζόν. Κάθε χρόνο, όταν τα φώτα των μεγάλων μονάδων χαμηλώνουν και οι τελευταίοι επισκέπτες αναχωρούν από το αεροδρόμιο του Ηρακλείου, ξεκινά η ίδια μονότονη διαδικασία: ο απολογισμός. Οι κυβερνητικοί παράγοντες στην Αθήνα, με μιαν ενοχλητική αυταρέσκεια, παραθέτουν τα νούμερα των αφίξεων και των εισπράξεων, πανηγυρίζοντας για τα νέα ρεκόρ. Όμως, πίσω από τη βιτρίνα της ευμάρειας και τα στατιστικά γραφήματα που ευημερούν, κρύβεται μια βαθιά παθογένεια. Μια «ωρολογιακή βόμβα» στα θεμέλια του ελληνικού τουρισμού, την οποία η κεντρική εξουσία επιμένει να αγνοεί: την πλήρη και συστηματική απαξίωση του ανθρώπινου παράγοντα.
Το τεράστιο, στρατηγικής σημασίας λάθος που διαπράττει στον τουρισμό μέχρι σήμερα κάθε ελληνική κυβέρνηση -και η σημερινή δεν αποτελεί εξαίρεση- είναι ο λανθασμένος τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει τους πυλώνες που τον υποστηρίζουν. Αντιμετωπίζουν τον τουρισμό ως μια βιομηχανία παραγωγής άψυχων προϊόντων, ξεχνώντας πως πρόκειται αποκλειστικά για παροχή υπηρεσιών. Και στην υπηρεσία, το «μέσο» είναι ο άνθρωπος.
Η εμμονή στις υποδομές και η λήθη για τον εργαζόμενο
Το κράτος επιλέγει παγίως, άλλοτε μέσω του Αναπτυξιακού Νόμου, άλλοτε μέσω φοροελαφρύνσεων ή επιδοτήσεων για ανακαινίσεις και ενεργειακές αναβαθμίσεις να εξαντλεί το ρόλο του σε μια τέτοια στήριξη. Καλώς πράττει, θα πει κανείς, καθώς οι επιχειρήσεις πρέπει να είναι βιώσιμες. Ωστόσο, αυτή η στήριξη είναι μονομερής. Αγνοεί επιδεικτικά την παράμετρο που καθορίζει την επιτυχία: τα στελέχη. Τους ανθρώπους που σερβίρουν, που μαγειρεύουν, που υποδέχονται, που καθαρίζουν, που ξεναγούν.
Από την ποιότητα των υπηρεσιών που προσφέρουν αυτοί οι άνθρωποι εξαρτάται η φήμη του προορισμού. Όσο πολυτελές κι αν είναι ένα δωμάτιο στην Ελούντα, όσο μαγευτική κι αν είναι η θέα στον Κόλπο του Μιραμπέλλου, η εμπειρία του επισκέπτη θα κριθεί από το χαμόγελο και την επαγγελματική επάρκεια του υπαλλήλου. Οι μεγάλοι ξενοδοχειακοί όμιλοι της Κρήτης, που έχουν επενδύσει σοβαρά στην ποιότητα, το γνωρίζουν αυτό. Προσπαθούν μόνοι τους, με ιδίους πόρους, να καλύψουν το κενό, εκπαιδεύοντας το προσωπικό τους. Όμως, το πρόβλημα είναι δομικό και δεν λύνεται με μεμονωμένες πρωτοβουλίες ιδιωτών. Το ζητούμενο είναι το κράτος να καταλάβει επιτέλους πως το κυρίαρχο ζητούμενο είναι η υποστήριξη που αξίζουν επιχειρηματίες και εργαζόμενοι, ώστε να μπορούν να επιλέξουν την εργασία στον τουρισμό ως μια καριέρα με ουσιαστικό περιεχόμενο και προοπτική, και όχι ως μια λύση ανάγκης.
Το καθεστώς της ανασφάλειας και η «Μεγάλη Φυγή»
Η πρακτική που ακολουθείται σήμερα είναι εντελώς λανθασμένη και, εκ του αποτελέσματος, καταστροφική. Έχουμε δημιουργήσει ένα εργασιακό μοντέλο «ακορντεόν»: Εργασία σε φρενήρεις ρυθμούς για 4 έως 7 μήνες και μετά το απόλυτο κενό. Τρεις μήνες ταμείο ανεργίας -και αυτό υπό προϋποθέσεις -και μετά η αβεβαιότητα.
Αυτό το καθεστώς έχει οδηγήσει σε τεράστια ανασφάλεια τους εργαζόμενους. Το αποτέλεσμα το βλέπουμε ξεκάθαρα τα τελευταία χρόνια: μια μαζική φυγή στελεχών από τον κλάδο. Νέοι άνθρωποι, αλλά και έμπειροι επαγγελματίες, γυρίζουν την πλάτη στον τουρισμό αναζητώντας σταθερότητα σε άλλους τομείς ή φεύγουν στο εξωτερικό. Αυτή η αιμορραγία προκαλεί τεράστιο πρόβλημα, όχι μόνο λόγω της αριθμητικής έλλειψης «χεριών», αλλά κυρίως λόγω της έλλειψης «μυαλών» και δεξιοτήτων. Τα ξενοδοχεία γεμίζουν, αλλά δεν υπάρχουν άνθρωποι να τα λειτουργήσουν σωστά.
Οι προτάσεις που διατυπώνονται από την πλευρά των ξενοδόχων και των εκπροσώπων των εργαζομένων για κατάρτιση πέφτουν στο κενό. Ως τοπική κοινωνία, έχουμε βιώσει την υποβάθμιση της ΑΣΤΕΚ, του ιστορικού αυτού ιδρύματος στον Άγιο Νικόλαο, που αντί να αναβαθμιστεί σε πρότυπο κέντρο τουριστικής παιδείας της Μεσογείου, αφέθηκε να μαραζώνει, ενώ δεν είναι καλύτερη η εξέλιξη για τη Σχολή στου Κοκκίνη το Χάνι στο Ηράκλειο. Συνολικά, η ασφυκτική θηλιά της έλλειψης προσωπικού σφίγγει και οι συνέπειες θα είναι σύντομα μη αναστρέψιμες για την ποιότητα του προϊόντος μας.
Μια ρεαλιστική πρόταση: Από το επίδομα στην επένδυση
Μέσα σε αυτό το ζοφερό τοπίο, η λύση δεν μπορεί να είναι η απλή επιδοματική πολιτική που ανακυκλώνει τη μιζέρια. Χρειαζόμαστε μια τομή. Μια πρόταση που θα αλλάξει το παράδειγμα.
Αντί για την τρέχουσα προβληματική συνθήκη που αποθαρρύνει τους νέους, θα ήταν εξαιρετικά σημαντικό να δοθεί ένα κρίσιμο κίνητρο. Η πρότασή μας είναι συγκεκριμένη: Να γίνει πεντάμηνο το ταμείο ανεργίας για τους εποχικά εργαζόμενους στον τουρισμό, αλλά με μια κρίσιμη προϋπόθεση. Το επιπλέον δίμηνο ή τρίμηνο που σήμερα λείπει, να μην είναι χρόνος αδράνειας, αλλά χρόνος υποχρεωτικής, αμειβόμενης κατάρτισης και επιμόρφωσης.
Φανταστείτε τη διαφορά: Ο εργαζόμενος τελειώνει τη σεζόν τον Οκτώβριο. Αντί να αγωνιά για το πώς θα βγει ο χειμώνας, εντάσσεται σε ένα δομημένο πρόγραμμα εκπαίδευσης. Ξεκουράζεται γιατί είναι αναγκαίο, ζει την εορταστική περίοδο των Χριστουγέννων, αλλά παράλληλα, με σωστή οργάνωση και πρόγραμμα, από το Νοέμβριο έως το Μάρτιο, λαμβάνει έναν αξιοπρεπή μισθό (επίδομα), ενώ παράλληλα βρίσκεται στα θρανία. Φυσικά ή και ψηφιακά. Μαθαίνει ξένες γλώσσες, εκπαιδεύεται στις νέες τεχνολογίες, στη διαχείριση παραπόνων, στη γαστρονομία, στην ιστορία και τον πολιτισμό της Κρήτης.
Εναρμόνιση με την Ευρωπαϊκή στρατηγική
Με τον τρόπο αυτό, η χώρα θα ακολουθήσει επιτέλους μια ξεκάθαρη πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία χρηματοδοτεί αφειδώς δράσεις για την «Δια Βίου Μάθηση», με την επανακατάρτιση και την αναβάθμιση δεξιοτήτων. Τα κονδύλια υπάρχουν. Το Ταμείο Ανάκαμψης και το ΕΣΠΑ διαθέτουν τεράστιους πόρους που σήμερα σπαταλώνται σε αποσπασματικά σεμινάρια αμφίβολης ποιότητας, τα οποία συχνά γίνονται μόνο για να απορροφηθούν τα κονδύλια από τα ΚΕΚ, χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα για τον εργαζόμενο.
Συνδέοντας την επιδότηση ανεργίας με την κατάρτιση, δημιουργούμε τις συνθήκες για μια πραγματική απόκτηση τεχνογνωσίας. Ο σερβιτόρος εξελίσσεται σε ειδικό της εστίασης. Η καμαριέρα μαθαίνει πρότυπα υγιεινής και διαχείρισης χώρου. Ο υπάλληλος υποδοχής μαθαίνει ψυχολογία πελάτη και διαχείριση κρίσεων.
Δημιουργώντας κουλτούρα καριέρας
Το σημαντικότερο όμως, είναι η ψυχολογική και κοινωνική διάσταση του μέτρου. Με αυτό το μοντέλο, δημιουργείται το αίσθημα της καριέρας. Ο εργαζόμενος στον τουρισμό παύει να αισθάνεται «εποχιακός», δηλαδή ημι-απασχολούμενος. Αισθάνεται ότι εργάζεται και εξελίσσεται 12 μήνες το έτος. Επτά μήνες στο πεδίο της μάχης και πέντε μήνες στην προετοιμασία και την αναβάθμιση των όπλων του.
Αυτό θα δώσει κίνητρο στους νέους του Αγίου Νικολάου, της Ιεράπετρας, της Σητείας, να μείνουν στον τόπο τους. Να δουν τον τουρισμό όχι ως μια προσωρινή λύση μέχρι να βρουν κάτι άλλο, αλλά ως έναν επαγγελματικό στίβο που τους σέβεται και επενδύει πάνω τους. Παράλληλα, τα χρήματα αυτά που θα δίνονται ως αντιστάθμισμα της κατάρτισης, θα πέσουν στην τοπική αγορά κατά τους δύσκολους χειμερινούς μήνες, τονώνοντας την μικροοικονομία των περιοχών μας που ερημώνουν το χειμώνα.
Προτάσεις για διαβούλευση, όχι «τελεσίγραφα»
Προσωπικά εκτιμώ πως η κατάρτιση και η επιμόρφωση μπορεί να είναι χρονικά μεγαλύτερη και να υπάρξουν μια σειρά από σημαντικές προτάσεις που να διαμορφώσουν ένα σχήμα άκρως αποτελεσματικό. Μπορεί να εμπλακούν τα Πανεπιστήμια, οι φορείς των ξενοδόχων, ακόμα και εξειδικευμένα στελέχη από το εξωτερικό. Μένω όμως στην ουσία της ιδέας και αποφεύγω τον πειρασμό να εξειδικεύσω επιμέρους τεχνικά την πρόταση, αφού οι λεπτομέρειες μπορούν να αποτελέσουν στοιχείο γόνιμης διαβούλευσης μέχρι την τελική πρόταση που θα υιοθετηθεί.
Το σημαντικό δεν είναι να βρούμε τώρα το ακριβές ωρολόγιο πρόγραμμα. Το σημαντικό είναι να συμφωνήσουμε στην αρχή: Ότι η επιδότηση της ανεργίας πρέπει να μετατραπεί σε επιδότηση της γνώσης. Είναι ο μόνος τρόπος που φαίνεται πως μπορεί να δημιουργήσει στελέχη. Στον τουρισμό, την εστίαση και τους τομείς που έχουν σχέση με τον τουρισμό.
Η ανάγκη για άμεση αλλαγή πορείας
Σε μια τέτοια περίπτωση, εκτιμώ πως θα αλλάξουν τελείως τα δεδομένα που έχουμε να διαχειριστούμε σήμερα. Ο ανταγωνισμός από χώρες εκτός Ε.Ε. είναι αμείλικτος και βασίζεται στο χαμηλό εργατικό κόστος. Ήδη έχουμε εργαζόμενους από τις χώρες αυτές. Ναι, χρειάζονται, αλλά όχι μόνο εκείνοι. Γιατί σε αυτό το μοντέλο οδηγούμαστε.
Είναι ξεκάθαρο. Η Ελλάδα δεν μπορεί να ανταγωνιστεί σε τιμές την Τουρκία ή την Αίγυπτο. Το πλεονέκτημά μας ήταν, είναι και πρέπει να παραμείνει η ποιότητα και η αυθεντικότητα της φιλοξενίας. Και η φιλοξενία είναι ανθρώπινο χαρακτηριστικό, όχι κτιριακό.
Αν δεν προχωρήσουμε σε αυτή την αλλαγή, αν συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε τους εργαζόμενους ως αναλώσιμους εποχιακούς υπαλλήλους, το τουριστικό θαύμα της Κρήτης θα ξεφουσκώσει απότομα. Τα ξενοδοχεία θα μείνουν άδεια κουφάρια, όχι από πελάτες, αλλά από προσωπικό. Είναι καιρός η πολιτεία να δει την πραγματικότητα κατάματα και να επενδύσει στο πιο πολύτιμο κεφάλαιο που διαθέτει αυτός ο τόπος: τους ανθρώπους του. Οι «Ιχνηλασίες» καταθέτουν την πρόταση, θα την υποστηρίξουν και θα συνεχίσουν να παρακολουθούν το θέμα, ελπίζοντας ότι κάποτε η κοινή λογική θα γίνει και κυβερνητική πρακτική.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ


































































































