Μπορεί η φετινή τουριστική χρονιά να κλείνει με θετικό πρόσημο στα ταμεία, επιβεβαιώνοντας την ανθεκτικότητα του κλάδου, ωστόσο τα σύννεφα στον ορίζοντα είναι πυκνά και οι προκλήσεις που αναδύονται απαιτούν άμεσες και συντονισμένες λύσεις. Αυτό ήταν το κεντρικό μήνυμα της Αγάπης Σμπώκου, μιας φωνής με ιδιαίτερη βαρύτητα για τον τόπο μας, καθώς πέρα από τις θέσεις της ως Αντιπρόεδρος του ΣΕΤΕ και της Marketing Greece, αποτελεί και μέλος του Δ.Σ. της Ένωσης Ξενοδόχων Λασιθίου και έχει στην ιδιοκτησία της ένα από τα πιο γνωστά πολυτελή ξενοδοχεία της περιοχής. Μιλώντας σε δημοσιογράφους στα Χανιά, στο περιθώριο του 3ου Next Gen Round Tables της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ξενοδόχων, η κα Σμπώκου έκανε έναν απολογισμό της σεζόν που ολοκληρώνεται, σκιαγραφώντας μια εικόνα σύνθετη και πολυεπίπεδη.
«Ήταν αναμφισβήτητα καλή», παραδέχτηκε, σπεύδοντας όμως να συμπληρώσει πως «δεν ήταν ιδιαίτερα εύκολη». Τα επίσημα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος αποτυπώνουν την επιτυχία: αύξηση αφίξεων και, κυρίως, εντυπωσιακή άνοδος +12,5% στα έσοδα, ένας δείκτης που, όπως σημείωσε, «χρήζει περαιτέρω ανάλυσης».
Η χρονιά χαρακτηρίστηκε από την έντονη δυναμική των κρατήσεων της τελευταίας στιγμής («last minute»). Όπως εξήγησε, η «πολύ μεγάλη πτώση στη ροή των κρατήσεων τους μήνες της άνοιξης εξαιτίας της γεωπολιτικής κατάστασης» προκάλεσε αρχική ανησυχία, η οποία όμως «στη συνέχεια διορθώθηκε σε πολύ μεγάλο βαθμό», οδηγώντας στο θετικό τελικό αποτέλεσμα.
Τα «αγκάθια» που πληγώνουν τον κλάδο
Πίσω από τους αριθμούς, όμως, κρύβονται διαρθρωτικά προβλήματα που εντείνονται. «Το κύριο θέμα είναι το θέμα των εργαζομένων», τόνισε εμφατικά η κα Σμπώκου, θέτοντας στην κορυφή της ατζέντας την έλλειψη ανθρώπινου δυναμικού, ένα ζήτημα που ταλανίζει τις επιχειρήσεις σε όλη την Κρήτη.
Παράλληλα, αναφέρθηκε στο χρόνιο πρόβλημα των υποδομών και στο «θέμα της ανταποδοτικότητας των τελών για τα ξενοδοχεία», ζητώντας την άμεση αντιμετώπισή του, καθώς οι επιχειρήσεις αισθάνονται ότι καταβάλλουν πόρους χωρίς να λαμβάνουν τις αντίστοιχες υπηρεσίες από την πολιτεία.
Σε ένα πιο στρατηγικό επίπεδο, η Αντιπρόεδρος του ΣΕΤΕ έθεσε ένα ζήτημα που αποτελεί «κλειδί» για τον κλάδο γιατί αφορά την ανάγκη για «μία θετική δέσμευση της κοινωνίας υπέρ του παραγωγικού μοντέλου, στο οποίο έχει αναπτυξιακό κεντρικό χαρακτήρα ο τουρισμός». Αυτή η κοινωνική συστράτευση, όπως την περιέγραψε, αγγίζει τον πυρήνα της βιωσιμότητας του κλάδου και συνδέεται άρρηκτα με την προσέλκυση νέων στο επάγγελμα, την αναβάθμιση της τουριστικής εκπαίδευσης, το πιεστικό ζήτημα της στέγασης των εργαζομένων, τους μισθούς, αλλά και τις υποδομές. Όπως είναι φυσικό, η συζήτηση αυτή «προφανώς αγγίζει τα θέματα της βραχυχρόνιας μίσθωσης», που διαμορφώνουν νέες συνθήκες στην αγορά εργασίας και στέγης.
Το στοίχημα της αυθεντικότητας
Η μεγαλύτερη πρόκληση, ωστόσο, δεν είναι οικονομική, αλλά ποιοτική και ταυτοτική. Σχολιάζοντας την αναγκαστική, πλέον, στροφή πολλών ξενοδοχείων στην πρόσληψη εργαζομένων από τρίτες χώρες, η κα Σμπώκου έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου. «Είναι στο χέρι μας και είναι πάρα πολύ κρίσιμο η εικόνα του τουρισμού να κρατήσει την αυθεντικότητά της και την ελληνικότητά της».
Αυτό το στοίχημα, τόνισε, δεν είναι απλώς μια ρομαντική προσέγγιση ή ζήτημα εθνικής υπερηφάνειας. Είναι ο ακρογωνιαίος λίθος του ίδιου του τουριστικού μας προϊόντος. «Σε παγκόσμιες έρευνες αναφέρεται ότι ο νούμερο ένα λόγος που έρχεται κάποιος στην Ελλάδα δεν είναι ο ήλιος και η θάλασσα, ούτε τα αρχαία, αλλά είναι η επαφή με τον Έλληνα», υπογράμμισε με νόημα. Αυτή την επαφή, αυτή την εμπειρία, «πρέπει όλοι μας να το διασφαλίσουμε».
Αναγνωρίζοντας πως ο τουρισμός αποτελεί το 25% του ΑΕΠ και η χώρα αντιμετωπίζει σοβαρό δημογραφικό πρόβλημα, ξεκαθάρισε ότι «δεν θα σταματήσουμε την ανάπτυξη». Η λύση, όμως, δεν μπορεί να είναι η αλλοίωση της ταυτότητάς μας. Το όραμα για την επόμενη μέρα, όπως το συνόψισε, είναι σαφές και απαιτητικό: «Οφείλουμε όμως να βάλουμε τους κανόνες εκείνους που θα επιτρέψουν και θα διαφυλάξουν την ελληνικότητα και την αυθεντικότητα της ελληνικής τουριστικής εμπειρίας». Ένα μήνυμα που από τα Χανιά αντηχεί δυνατά και εδώ, στο Λασίθι, τονίζοντας ότι η ποσοτική ανάπτυξη είναι κενή περιεχομένου χωρίς την ποιοτική ψυχή που την ορίζει.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ








































































































