Περπατώντας στην οδό Αναπαύσεως του Αγίου Νικολάου, συχνά εισέρχομαι στο 1ο Νεκροταφείο της πόλης μας. Αυτή τη φορά μελέτησα περισσότερο, τον πιο εντυπωσιακό τάφο του χώρου, της οικογένειας Κουνδούρου, μέλη της οποίας ήταν από τους πρώτους οικιστές της σύγχρονης πόλης μας, μετά το 1853.
Ο τάφος αυτός είναι μοναδικός, καθώς μοιάζει με μικρό «σπίτι», με σκαλοπάτια που οδηγούν σε ένα εσωτερικό χώρο, δεξιά και αριστερά του οποίου υπάρχουν οι τάφοι. Βλέπουμε εντοιχισμένες πλάκες με τα ονόματα πολλών θανόντων, καθώς έχουν ταφεί μέλη της οικογένειας, από το 1853 και μετά.
Σήμερα θα επικεντρωθούμε στην πλάκα, στην οποία αναγράφονται τα ονόματα των πρώτων μελών της οικογένειας Κούνδουρου, με πρώτο τον Ανδρέα Γ. Κούνδουρο (1853-1922), αλλά και του νεότερου Στυλιανού Α. Κούνδουρου (1902-1992) έναν πολιτικό που «έφτασα» και εγώ και έχω συνομιλήσει μαζί του, στο ιστορικό σπίτι του, στο δρόμο για το λιμάνι μας.
ΥΓ1: Ο φιλόλογος Μανόλης Κλώντζας, στο βιβλίο της πόλης του Αγίου Νικολάου αναφέρει ότι οι πολυάριθμοι Ιταλοί της περιοχής και θύματα είχαν από την αντίσταση των κατοίκων και θανάτους από κάθε είδους αιτία. Έτσι δημιούργησαν, δίπλα στο Α’ Νεκροταφείο, το δικό τους κοιμητήριο. Εκεί ενταφιάστηκαν και τα δεκάδες πτώματα των στρατιωτών που ξεβράστηκαν στις παραλίες μας όταν οι Γερμανοί τορπίλισαν ανοιχτά του Ηρακλείου, αλλά και του κόλπου του Μεραμπέλλου τους Ιταλούς (αιχμαλώτους πλέον των Γερμανών) μετά την συνθηκολόγηση Μουσολίνι. Επί χρόνια στο λεγόμενο «Ιταλικό Νεκροταφείο» αναπαύονταν οι Ιταλοί στρατιώτες που ετάφησαν εκεί. Πάνω στην πύλη, που την έκλεινε μια απλή αλυσίδα, υπήρχε μικρή μαρμάρινη επιγραφή ελληνιστί και ιταλιστί: «Έλληνες σεβαστείτε τους, υπηρέτησαν την πατρίδα» «Graecii onorate liservironola Patria». Επί δημαρχίας Ρούσου Καπετανάκη μεταφέρθηκαν τα οστά τους στην Ιταλία και το «Ιταλικό Νεκροταφείο» ενσωματώθηκε στο δικό μας.
ΥΓ2: Ο Νεοζηλανδός φωτογράφος Julian Ward επισκέφθηκε την Κρήτη το 1975. Σε μία φωτογραφία του βλέπουμε το νεκροταφείο του Αγίου Νικολάου, μισό σε μέγεθος από ό,τι είναι σήμερα, καθώς ο δυτικός χώρος του, που τον λέγαμε «ιταλικό νεκροταφείο», δεν είχε ακόμα χρησιμοποιηθεί για την ταφή των νεκρών μας.
Οι ρίζες και τα πρώτα χρόνια της οικογένειας Κούνδουρου
Το πρώτο και πιο παλιό όνομα του τάφου της οικογένειας Κούνδουρου είναι του Ανδρέα Γ. Κούνδουρου (1853-1922). Στο βιβλίο του Στυλιανού Α. Κούνδουρου «Αφηγούμαι όσα ενθυμούμαι» (1990) διαβάζουμε για τις «ρίζες και τα πρώτα χρόνια» της οικογένειας στον Άγιο Νικόλαο:
«Ο πατέρας μου Ανδρέας Γεωργίου Κουνδουράκης (αργότερα το –άκης περιεκόπη) γεννήθηκε στη Χώρα Σφακίων το 1853.Την εποχή εκείνη οι Τούρκοι, επειδή δεν μπορούσαν να καθυποτάξουν τα Σφακιά και για να αποδυναμώσουν την αντίστασή τους, επέτρεψαν σε όσους ήθελαν να φύγουν και να εγκατασταθούν όπου ήθελαν στην υπόλοιπη Κρήτη. Έτσι πολλοί Σφακιανοί εγκατέλειψαν την πόλη τους και εγκαταστάθηκαν σε διάφορα μέρη».
«Τότε έφυγε και ο πατέρας μου, με τους μεγαλύτερους αδελφούς του Ρούσσο και Σήφη και ήρθαν στον Άγιο Νικόλαο. Εδώ έγιναν οι πρώτοι οικιστές της πόλεως και επεδόθησαν στο εμπόριο και την ενοικίαση «μουκατάδων» (φόρος δεκάτης), και έλαβαν μέρος στις μάχες Λασιθίου κατά των Τούρκων. Η μητέρα μου Σμαράγδα Στυλ. Βουρδουμπά γεννήθηκε στο Γετίμι Μετόχι, το 1864.
Ο γάμος των γονέων μου έγινε το 1890 και με πλοιάριο ναυλωμένο, ένα ατμόπλοιο, ήρθαν στον Άγιο Νικόλαο και εγκαταστάθηκαν στο «σπίτι» τους. Στο υπέρθυρο της ισογείου αποθήκης του σπιτιού είναι χαραγμένα τα εξής: «Α.Γ. ΚΟΥΝΔΟΥΡΑΚΗΣ 1886». Έκαναν 8 παιδιά, από τα οποία τα δύο πέθαναν πολύ μικρά. Επέζησαν οι Ρούσσος, Σήφης, Γιώργος, Στυλιανός, Χρυσούλα και Δέσποινα. Ο Ρούσσος, δικηγόρος – βουλευτής, εξετελέσθη στο τέλος της Κατοχής.
Εγώ γεννήθηκα στον Άγιο Νικόλαο το 1902. Τα πρώτα γράμματα τα έμαθα στο μοναδικό Δημοτικό Σχολείο Αγίου Νικολάου. Το 1913 τελείωσα το Δημοτικό και γράφτηκα μετά από εισαγωγικές εξετάσεις στο μοναδικό τότε στο νομό μας Γυμνάσιο Νεαπόλεως.
Στη Νεάπολη πηγαίναμε με ένα βιζαβί – τύπος αμάξης – που το τραβούσαν δύο άλογα και ανήκε στον Γ. Νιωτάκη. Το ένα άλογο ήταν τυφλό και το άλλο μονόφθαλμο. Όταν πήγαινε το βιζαβί στη Νεάπολη, το άλογο με το ένα μάτι το είχαν αριστερά, όταν δε κατέβαινε από τη Νεάπολη για εδώ, το έβαζαν δεξιά που ήταν, ας το πω έτσι, ο γκρεμός του δρόμου.»
ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΚΛΩΝΤΖΑΣ








































































































