Σε προηγούμενο ρεπορτάζ μας στην ΑΝΑΤΟΛΗ, αναλύσαμε διεξοδικά το «παράδοξο» της κρητικής αγοράς εργασίας, όπου παρά το γεγονός ότι η απασχόληση καταγράφει αύξηση 2% και η πλήρης εργασία ενισχύεται κατά 4%, οι τουριστικές επιχειρήσεις «διψούν» για χέρια. Τα στοιχεία της έκθεσης του ΙΝΣΕΤΕ έδειξαν μια εντυπωσιακή είσοδο των νέων ηλικίας 15-24 ετών στον κλάδο με αύξηση 27% και μια σημαντική μείωση της ανεργίας στο 9%. Ωστόσο, η παρέμβαση του Μανόλη Πεπόνη, Προέδρου του Εργατικού Κέντρου Λασιθίου και μέλους του Δ.Σ. της ΓΣΕΕ, έρχεται να ταράξει τα λιμνάζοντα ύδατα, εστιάζοντας στις δομικές αιτίες που οι επίσημοι αριθμοί συχνά αποσιωπούν.
Ο κ. Πεπόνης, σχολιάζοντας τα δεδομένα της έρευνας, υπογραμμίζει ότι η δυσκολία προσέλκυσης προσωπικού στον τουρισμό -τη λεγόμενη «βαριά βιομηχανία» της χώρας-δεν είναι ένα τυχαίο γεγονός, αλλά αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών και επιχειρηματικών επιλογών. Χαρακτηρίζει «κροκοδείλια» τα δάκρυα των αρμοδίων, καθώς το βασικότερο πρόβλημα παραμένει η αδυναμία αξιοπρεπούς διαβίωσης των εποχικά εργαζομένων.
Δεν είναι δυνατόν, σημειώνει ο Πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Λασιθίου, ένας εργαζόμενος να ζήσει την οικογένειά του με εργασία μόλις 5-6 μηνών τον χρόνο και ένα ισχνό επίδομα ανεργίας που, παρά τις συνεχείς πιέσεις των εκπροσώπων των εργαζομένων, παραμένει καθηλωμένο στους 3 μήνες και 15 ημέρες. Η εμμονική άρνηση των κυβερνήσεων να επεκτείνουν το επίδομα στους 4-5 μήνες στερεί από την αγορά το αναγκαίο δυναμικό, καθώς το τρέχον πλαίσιο καθιστά τον οικογενειακό προϋπολογισμό μη βιώσιμο. Εδώ, ο κ. Πεπόνης επιρρίπτει ευθύνες και στους ίδιους τους επιχειρηματίες, οι οποίοι, αν και θέτουν το ζήτημα κατά καιρούς, δεν ασκούν την ανάλογη πίεση προς την κυβέρνηση για να επιτευχθεί αυτή η κρίσιμη αλλαγή.
Η «αιμορραγία» προς άλλους κλάδους
Ενώ η έκθεση του ΙΝΣΕΤΕ κάνει λόγο για «κοινωνική ενσωμάτωση» μέσω του τουρισμού, ο κ. Πεπόνης αναδεικνύει μια ανησυχητική τάση «φυγής» των εργαζομένων προς άλλους κλάδους της οικονομίας. Μετά την πανδημία του Covid-19, πολλοί επαγγελματίες, ειδικά στην περιοχή του Λασιθίου, εγκατέλειψαν τον τουρισμό αναζητώντας μόνιμες και σταθερές θέσεις εργασίας που προσφέρουν καλύτερες απολαβές, συνθήκες εργασίας και προοπτικές επαγγελματικής ανέλιξης.
Παρά την αύξηση της απασχόλησης των νέων που καταγράφεται στα χαρτιά, ο κ. Πεπόνης τονίζει ότι δεν γίνεται καμία ουσιαστική προσπάθεια από τους αρμόδιους για να στραφεί η νέα γενιά στον τουρισμό με όρους σταθερότητας. Χωρίς δελεαστικά προγράμματα και τη διασφάλιση μιας σίγουρης καριέρας σε μια συνεχώς ανερχόμενη οικονομία, οι νέοι διστάζουν να επενδύσουν το μέλλον τους σε έναν κλάδο που συχνά χαρακτηρίζεται από εντατικοποίηση λόγω των ελλείψεων. Απαραίτητη προϋπόθεση, κατά τον ίδιο, παραμένει η γενναία αναβάθμιση των μισθών και η βελτίωση των συνθηκών εργασίας τόσο για τους παλιούς, όσο και για τους νεοεισερχόμενους.
Η απαξίωση της εκπαίδευσης: Μια «θλιβερή» διαπίστωση
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο θέμα της κατάρτισης, το οποίο προκαλεί «θλίψη» στον εκπρόσωπο των εργαζομένων. Αν και το ρεπορτάζ μας ανέδειξε ότι μόλις το 24% των εργαζομένων στα ξενοδοχεία είναι απόφοιτοι τουριστικών σχολών ο κ. Πεπόνης εμβαθύνει στην αιτία: την εσκεμμένη απαξίωση της τουριστικής εκπαίδευσης.
Η κατάργηση της σχολής στο Κοκκίνη Χάνι, που για δεκαετίες τροφοδοτούσε την αγορά με ικανά στελέχη, και η αποδυνάμωση των ταχύρρυθμων τμημάτων μετεκπαίδευσης, αποτελούν πλήγμα για την ποιότητα του προϊόντος μας.
Παράλληλα, εκφράζει την έντονη ανησυχία του για τη μη στήριξη των δύο Ανωτέρων Σχολών (ΑΣΤΕΚ στον Άγιο Νικόλαο και ΑΣΤΕΡ στη Ρόδο). Οι σχολές αυτές επιβιώνουν μόνο χάρις το μεράκι των σπουδαστών και του λιγοστού προσωπικού τους. Οι εξαγγελίες για «εξίσωση με ελβετικά πρότυπα» χαρακτηρίζονται από τον κ. Πεπόνη ως «πυροτεχνήματα» και εμπαιγμός, καθώς συνοδεύονται από μείωση των ετών σπουδών χωρίς προσλήψεις καθηγητών, χωρίς μόνιμες αξιοπρεπείς εγκαταστάσεις και χωρίς ουσιαστική αναγνώριση επαγγελματικών δικαιωμάτων.
Κόστος διαβίωσης και φορολογία
Το ρεπορτάζ κατέγραψε ότι η άνθηση της βραχυχρόνιας μίσθωσης έχει εκτινάξει τα ενοίκια στην Κρήτη, καθιστώντας απαγορευτική τη διαμονή των εποχικών εργαζομένων. Επιπλέον, η φορολογική πίεση περιορίζει τη δυνατότητα των επιχειρήσεων για καλύτερους μισθούς, καθώς στην Ελλάδα ο εργαζόμενος λαμβάνει τελικά μόνο το 63,5% του κόστους της επιχείρησης, έναντι 76,7% στην Κύπρο. Ο κ. Πεπόνης συμφωνεί ότι αυτά τα «αγκάθια», σε συνδυασμό με την έλλειψη προσωπικού που οδηγεί σε εξαντλητικούς ρυθμούς, δημιουργούν έναν φαύλο κύκλο που απομακρύνει το ανθρώπινο δυναμικό.
Είναι εγκληματική η αδιαφορία των υπευθύνων σε ό,τι αφορά τη στάση τους απέναντι στο ανθρώπινο δυναμικό του τουρισμού. Η Κρήτη και ο Νομός Λασιθίου βρίσκονται μπροστά σε μια δομική πρόκληση που δεν αντιμετωπίζεται με απλά στατιστικά στοιχεία. Είναι ένα πεδίο όπου εργαζόμενοι, επιχειρηματίες και φορείς μπορούν και πρέπει να συνεργαστούν για να πιέσουν για λύσεις που υπάρχουν και δεν κοστίζουν. Τα κοινά σημεία είναι πολλά, αρκεί να υπάρξει η πίστη και η απόδειξη της βούλησης για αλλαγή. Οι εργαζόμενοι και οι εκπρόσωποί τους το πιστεύουν, μένει να το αποδείξουν και οι υπόλοιποι εμπλεκόμενοι.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ




































































































