Η πορφύρα, η ωραιότερη και ακριβότερη χρωστική ουσία της αρχαιότητας όχι μόνο την γνώριζαν οι Μινωίτες, αλλά και την εκμεταλλεύτηκαν ώστε να πλουτίζουν από την εξαγωγή της», αναφέρει η Ομάδα «Αρχαιολογία» (ValiaFarag).
Οι Μινωίτες, σαν άριστοι θαλασσοπόροι που ήταν, διέσχιζαν τις θάλασσες φέρνοντας πρώτες ύλες, όπως χαλκό, κασσίτερο, ελεφαντόδοντο, ενώ ταυτόχρονα έκαναν εξαγωγή σε κρασί, λάδι, αγγεία, έργα υφαντουργίας, εργαλεία, κοσμήματα. Ανάμεσα στις εξαγωγές τους ήταν και η πορφύρα, η πολύτιμη βασιλική βαφή, σύμβολο δύναμης, που παρήγαγαν οι Μινωίτες από όστρακα murex.
Στο νησί Χρυσή ανακάλυψαν εκτεταμένα μινωικά εργαστήρια επεξεργασίας πορφύρας, με μεγάλες ποσότητες οστράκων, υποδεικνύοντας ανθηρή οικονομία και αρχαία βιομηχανική παραγωγή. Η πορφύρα χρησιμοποιούνταν για την βαφή πολυτελών και πολύ ακριβών ενδυμάτων. Ο Όμηρος χρησιμοποίησε τον όρο αλιπόρφυρος για την πορφύρα της θάλασσας που χρησιμοποιούσαν οι Μινωίτες για να την προστατέψει από τις απομιμήσεις. Η βαφή υπάρχει σε αδένα στα κοχύλια, που πρέπει να αφαιρεθεί πολύ προσεκτικά όταν ήταν ζωντανό για να μην τραυματιστεί και χαθεί η βαφή. Καταλαβαίνουμε λοιπόν ότι απαιτούνταν χιλιάδες όστρακα για να βάψουν ένα χιτώνα και γι’ αυτό και ο Αισχύλος έλεγε ότι το βάρος της βαφής είναι ίση με του χρυσού αφού την θεωρούσε την πιο ακριβή του κόσμου. Μέχρι την εποχή του Διοκλητιανού το 301 π.Χ. το μαλλί που ήταν βαμμένο με πορφύρα άξιζε το βάρος του σε χρυσάφι και αυτό αναφερόταν στο Διάταγμα.
ΛΕΩΝ.Κ.








































































































