Στις 6 Μαΐου 2026 το Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο Ηρακλείου καταδίκασε ομόφωνα καθηγητή Μαθηματικών από την Σητεία σε 24 χρόνια κάθειρξης, εκ των οποίων τα 18 χωρίς αναστολή, για σοβαρές κακουργηματικές πράξεις εις βάρος τριών ανήλικων μαθητριών του- ηλικίας από 12,5 έως 15,5 ετών. Δύο μήνες αργότερα, στις 8 Ιουλίου το Τριμελές Εφετείο Αναστολών Ανατολικής Κρήτης έκανε δεκτή την αίτηση του καταδικασθέντα καθηγητή για αναστολή εκτέλεσης της ποινής, μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε δεύτερο βαθμό, που σημαίνει την αποφυλάκιση του υπό όρους.
Ο εκπαιδευτικός, δυνάμει αμετάκλητου βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Λασιθίου, παραπέμφθηκε στο εδώλιο με την κατηγορία «για τα αδικήματα της κατάχρησης ανηλίκων, με παθόντες που δεν συμπλήρωσαν το 14ο έτος της ηλικίας τους και άλλους που συμπλήρωσαν αυτό, με την επιβαρυντική περίσταση της τέλεσης της πράξης από εκπαιδευτικό/ πρόσωπο που παραδίδει μαθήματα στον ανήλικο, κατ’ εξακολούθηση και κατά συρροή και της παρουσίασης πράξεων γενετήσιου χαρακτήρα σε ανήλικο κατ’ εξακολούθηση».
Η υπόθεση εκδικάσθηκε έπειτα από σχεδόν τέσσερα χρόνια από τότε που υπεβλήθησαν οι καταγγελίες, διαδοχικά από τα τρία παιδιά και τους γονείς τους (2022). Το Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο Ηρακλείου ομόφωνα καταδίκασε τον καθηγητή Μαθηματικών, ο οποίος και οδηγήθηκε στην φυλακή.
Η γνωστοποίηση των πρόσφατων εξελίξεων σχετικά με την αποδοχή του αιτήματος του καταδικασθέντα από το Τριμελές Εφετείο Αναστολών Ανατολικής Κρήτης έχει προκαλέσει σε τοπικό επίπεδο μεγάλη έκπληξη. Οι πολίτες αναρωτιούνται με ποιο σκεπτικό και πως σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα, αυτό των μόλις δύο μηνών από την ομόφωνη καταδικαστική απόφαση του ΜΟΔ Ηρακλείου, έγιναν τάχιστα οι δικαστικές διαδικασίες της υποβολής αίτησης, της εξέτασης και της λήψης απόφασης της αίτησης αναστολής. Προφανώς η νομοθεσία προβλέπει την σχετική διαδικασία. Ωστόσο για να εκδικασθεί η υπόθεση πέρασαν τέσσερα χρόνια περίπου. Για να γίνει η διαδικασία σχετικά με το αίτημα αναστολής και λήψης απόφασης μόλις δύο μήνες. Σύμφωνα με την υπάρχουσα πληροφόρηση αξίζει να αναφερθεί ότι η εισαγγελική πρόταση στο Τριμελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης ήταν να μην γίνει δεκτή η αίτηση αναστολής.
Εν τέλει έγινε δεκτή υπό όρους. Ο καταδικασθείς εκπαιδευτικός απαγορεύεται να διδάξει, να προσεγγίζει τις τρεις πρώην μαθήτριες του, απαγορεύεται η έξοδος του από την χώρα και υποχρεούται να εμφανίζεται ανά δεκαπενθήμερο στο Αστυνομικό Τμήμα. Επίσης του επεβλήθη η καταβολή χρηματικής εγγύησης ύψους 5.000 ευρώ.
Ανησυχία
Και αν για τους πολίτες της μικρής τοπικής κοινωνίας της Σητείας, για τους ανθρώπους που παρακολούθησαν τη δίκη, για εκείνους που γνωρίζουν πρόσωπα, γεγονότα και καταστάσεις, η εξέλιξη δημιουργεί αγανάκτηση κι απογοήτευση, η ανησυχία και τα ερωτηματικά πληθαίνουν από την πλευρά των θυμάτων και των οικογενειών τους.
Το ΜΟΔ Ηρακλείου έκρινε ένοχο τον καθηγητή ιδιωτικής εκπαίδευσης για σοβαρές κακουργηματικές πράξεις, για την τέλεση στην διάρκεια της εκπαιδευτικής διαδικασίας γενετήσιων -ασελγών- πράξεων σε βάρος των τριών ανήλικων τότε μαθητριών του, στο φροντιστήριο που διατηρούσε.
Κατά την ακροαματική διαδικασία προέκυψε και τέταρτο κορίτσι, το οποίο κατέθεσε και για δικό του περιστατικό. Οι ισχυρισμοί από την πλευρά του κατηγορουμένου για προσπάθεια «πλεκτάνης», αφού εξετάστηκαν κι αξιολογήθηκαν τα αποδεικτικά στοιχεία από το δικαστήριο, δεν στοιχειοθετήθηκαν και δεν συνδέθηκαν με την υπόθεση σύμφωνα με την απόφαση του δικαστηρίου, που τον έκρινε ένοχο. Επίσης ότι η προστασία των ανήλικων τίθεται -ή πρέπει να τίθεται- πρωτίστως από το νομοθέτη. Το Μεικτό Ορκωτό Δικαστήριο Ηρακλείου αποτελούμενο από τρεις δικαστές και τέσσερις ενόρκους, έλαβε ομόφωνη απόφαση.
Αναστολή μέχρι το Εφετείο
Πρόσφατα το Τριμελές Εφετείο Αναστολών Ανατολικής Κρήτης έκανε δεκτή την αίτηση -που μπορούσε να υποβληθεί σύμφωνα με το δικαίωμα που δίνει ο νόμος και την κατέθεσε ο καταδικασθείς εκπαιδευτικός- για αναστολή εκτέλεσης της ποινής. Αυτό, όπως επισημαίνεται από νομικούς, δεν σημαίνει ότι η πρωτόδικη απόφαση του ΜΟΔ Ηρακλείου έχει αλλάξει και ότι ο καθηγητής έχει αθωωθεί. Το Τριμελές Εφετείο δεν επανεξέτασε την ουσία της υπόθεσης, όπως αναφέρεται, αλλά εξέτασε αν συντρέχουν οι νομικές προϋποθέσεις για να ανασταλεί προσωρινά η εκτέλεση της ποινής μέχρι το Εφετείο.
Η εξέλιξη της υπόθεσης -που έχει απασχολήσει εντόνως την τοπική κοινωνία όλα αυτά τα χρόνια- προβληματίζει πολλούς πολίτες, πόσο δε τα θύματα και τις οικογένειές τους, που πρέπει να διαχειριστούν και να αντιμετωπίσουν τραύματα, με εκείνα της ψυχής – ιδιαίτερα της παιδικής ψυχής -να αποτελούν μία ιδιαίτερα δύσκολη κι επώδυνη διαδικασία.
Κι όπως χαρακτηριστικά επισημαίνεται στην αναφορά της μητέρας ενός εκ των τριών κοριτσιών, «δύο μήνες πριν άκουσα ένα δικαστήριο να ανακοινώνει μια ομόφωνη καταδικαστική απόφαση. Ποινή κάθειρξης 18 ετών χωρίς ανασταλτικό αποτέλεσμα. Εκείνη τη στιγμή πίστεψα πως, έστω και δύσκολα, η Δικαιοσύνη είχε στείλει ένα ξεκάθαρο μήνυμα προστασίας προς τα παιδιά που βρήκαν τη δύναμη να μιλήσουν. Σήμερα πληροφορούμαι ότι ο καταδικασθείς αποφυλακίζεται μέχρι την εκδίκαση της έφεσης.
Ως μητέρα ενός από τα τρία κορίτσια δεν μπορώ να περιγράψω την απογοήτευση, την αγωνία και την ανασφάλεια που νιώθω. Αναρωτιέμαι με ποιο σκεπτικό κρίθηκε ότι ένας άνθρωπος που καταδικάστηκε πρωτόδικα σε 18 χρόνια κάθειρξης μπορεί να επιστρέψει στην κοινωνία, ενώ η υπόθεση του δεν έχει κριθεί ακόμα οριστικά.
Σέβομαι απόλυτα τη Δικαιοσύνη και γνωρίζω ότι η έφεση αποτελεί νόμιμο δικαίωμα κάθε κατηγορουμένου. Όμως, έχω επίσης το δικαίωμα, ως μητέρα, να εκφράσω την αγωνία μου και να αναρωτηθώ αν, σε τέτοιες υποθέσεις, η προστασία των θυμάτων και η ψυχική τους ασφάλεια βρίσκονται πραγματικά στο επίκεντρο. Τα παιδιά που κατήγγειλαν όσα βίωσαν χρειάστηκαν τεράστιο θάρρος για να σταθούν απέναντι σε μια τόσο δύσκολη διαδικασία.
Για εμάς η σημερινή εξέλιξη είναι ένα ακόμη πολύ βαρύ φορτίο. Δεν ζητώ εκδίκηση. Ζητώ να μην ξεχνάμε ποτέ ότι πίσω από κάθε δικαστική απόφαση υπάρχουν παιδιά και οικογένειες που καλούνται να συνεχίσουν να ζουν με τις συνέπειες της.
Εύχομαι, όταν έρθει η ώρα του Εφετείου, η φωνή των θυμάτων να ακουστεί ξανά με την ίδια δύναμη που βρήκαν για να μιλήσουν πρώτη φορά».
ΜΑΡΙΖΑ ΨΑΡΑΚΗ



































































































