Ζούμε σε μια εποχή όπου η έμφυλη βία δεν αποτελεί πια μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά μια καθημερινή, σκληρή πραγματικότητα που έχει λάβει χαρακτηριστικά κοινωνικής μάστιγας. Ίσως, βέβαια, αυτή η βία να υπήρχε πάντα. Η διαφορά είναι πως σήμερα δεν μπορεί – ή δεν πρέπει – να παραμένει στο σκοτάδι. Παρά τα συνεχή περιστατικά που προβάλλονται στα μέσα ενημέρωσης, εξακολουθούμε να καλλιεργούμε την ψευδαίσθηση ότι «δεν αφορά εμάς». Κι όμως, αφορά όλες και όλους: τη γειτόνισσά μας, τη φίλη μας, τη συνάδελφό μας, τη δασκάλα του παιδιού μας, την υπάλληλο στο σούπερ μάρκετ. Αφορά τις γυναίκες που συναντάμε καθημερινά – και πολύ συχνά, αφορά εμάς τις ίδιες.
Μέσα σε αυτό το ήδη ζοφερό πλαίσιο, υπάρχει μια ομάδα γυναικών που παραμένει ακόμη πιο αόρατη: οι γυναίκες με αναπηρία. Γυναίκες που βιώνουν κακοποίηση – λεκτική, ψυχολογική, σωματική ή σεξουαλική – πίσω από κλειστές πόρτες σπιτιών, ιδρυμάτων και δομών, χωρίς πρόσβαση, χωρίς φωνή, χωρίς χώρο καταγγελίας, χωρίς πραγματική κοινωνική υποστήριξη.
Τα άτομα με αναπηρία έχουν σχεδόν τριπλάσιες πιθανότητες να πέσουν θύματα κακοποιητικής συμπεριφοράς, ενώ η πλειοψηφία των περιστατικών αφορά γυναίκες. Σύμφωνα με στοιχεία του ΟΟΣΑ, ποσοστό που κυμαίνεται από 38% έως 65% των κοριτσιών και γυναικών με αναπηρία έχει υποστεί σεξουαλική κακοποίηση από άνδρα ήδη μέχρι την ηλικία των 18 ετών. Πρόκειται για αριθμούς που σοκάρουν και αποδομούν κάθε ψευδαίσθηση περί «προστατευμένου πληθυσμού».
Στην ελληνική κοινωνία, όπου η αναπηρία αντιμετωπίζεται ακόμη μέσα από το φίλτρο της λύπησης, του οίκτου και της υποτιθέμενης «φιλανθρωπίας», κυριαρχεί η λανθασμένη πεποίθηση ότι οι γυναίκες με αναπηρία δεν βιώνουν βία στον ίδιο βαθμό με τις μη ανάπηρες γυναίκες. Η πραγματικότητα είναι ακριβώς η αντίθετη: η αναπηρία συχνά γίνεται πρόσχημα και αφορμή για ακόμα πιο σκληρή κακοποίηση. Οι γυναίκες αυτές θεωρούνται «πιο αδύναμες», «πιο εξαρτημένες», «πιο εύκολα χειρίσιμες». Πρόκειται για έναν βαθιά προβληματικό συνδυασμό σεξισμού και μισαναπηρισμού.
Η καθημερινή λεκτική βία που βιώνουν οι ανάπηρες γυναίκες είναι διαρκής και εξευτελιστική. Εκφράσεις όπως «τι θες και σπουδάζεις;», «πού θα πας έτσι;», «ποιος θα σε προσλάβει;» ή «κρίμα που είσαι τόσο όμορφη αλλά βρίσκεσαι σε καροτσάκι» λειτουργούν ως συνεχείς υπενθυμίσεις μιας κοινωνίας που αρνείται να τις δει ως ολόκληρες, αυτόνομες προσωπικότητες. Δεν πρόκειται για αθώα σχόλια, αλλά για μορφές καθημερινής βίας που διαβρώνουν την αυτοεκτίμηση και την αξιοπρέπεια.
Η κοινωνική κατασκευή των ανάπηρων γυναικών ως υποδεέστερων, αβοήθητων, παθητικών και εξαρτημένων γεννά ενοχές, φόβο, χαμηλή αυτοεικόνα και εσωτερικευμένη αποδοχή της κακοποίησης. Δημιουργείται η επικίνδυνη αντίληψη ότι «αφού δεν είμαι αρτιμελής, ίσως είναι φυσικό να μου φέρονται έτσι».
Σύμφωνα με έρευνες, το 90% των κακοποιητών είναι άνδρες που τα θύματα γνωρίζουν καλά: σύντροφοι, σύζυγοι, συγγενείς ή φροντιστές. Άνθρωποι που υποτίθεται πως αποτελούν στήριγμα, αλλά στην πραγματικότητα μετατρέπονται σε θύτες. Η εξάρτηση – συναισθηματική, οικονομική και πρακτική – καθιστά ακόμη πιο δύσκολη την απόδραση και την καταγγελία.
Η βία εκδηλώνεται συχνά μέσα από παραμέληση βασικών αναγκών: μη βοήθεια στην υγιεινή, στο ντύσιμο, άρνηση πρόσβασης σε φάρμακα, εξοπλισμό, βοηθήματα επικοινωνίας ή επιδόματα. Σε πολλές περιπτώσεις, ιδίως σε ιδρυματικά πλαίσια, η κακοποίηση αποκτά συστηματικό χαρακτήρα. Και, όπως σε κάθε μορφή έμφυλης βίας, μπορεί να οδηγήσει σε ακραία περιστατικά: ξυλοδαρμό, βιασμό, γυναικοκτονία.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η δολοφονία της Κατερίνας στη Θεσσαλονίκη τον Οκτώβριο του 2023, μιας γυναίκας με πολλαπλή σκλήρυνση, η οποια δολοφονήθηκε από τον ίδιο της τον πατέρα, επειδή εκείνος θεώρησε πως η ζωή της «δεν άξιζε πια». Εκείνη, όμως, ήθελε να ζήσει. Το πιο σοκαριστικό στοιχείο δεν είναι μόνο το έγκλημα, αλλά η κοινωνική ανοχή που το συνόδευσε, με μερίδα της κοινής γνώμης να παρουσιάζει τον δράστη ως «λυτρωτή».
Οι γυναίκες με αναπηρία που επιδιώκουν να μιλήσουν έρχονται αντιμέτωπες με ανυπέρβλητα εμπόδια: μη προσβάσιμα αστυνομικά τμήματα, έλλειψη διερμηνέων νοηματικής, απουσία εντύπων σε Braille, προσωπικό χωρίς εκπαίδευση. Αντί για προστασία, συχνά συναντούν αμφισβήτηση, υποτίμηση και πατερναλισμό.
Η αναπηρία δεν χρειάζεται οίκτο. Χρειάζεται ένταξη, σεβασμό, ισοτιμία και πραγματική συμπερίληψη. Ακόμη και τα φεμινιστικά και κοινωνικά κινήματα οφείλουν να αναρωτηθούν σοβαρά: ποια γυναίκα συμπεριλαμβάνεται τελικά στο σύνθημα «Καμία μόνη»;
Η ανάγκη για ουσιαστική αλλαγή είναι επιτακτική. Χρειάζονται προσβάσιμες δομές φιλοξενίας, εξειδικευμένο προσωπικό, θεσμική μέριμνα, εκπαίδευση στην αναπηρία και την έμφυλη βία σε όλους τους τομείς: από την αστυνομία μέχρι τη δικαιοσύνη, την υγεία και την εκπαίδευση.
Κλείνοντας, ας αναρωτηθούμε: πόσες φορές έχουμε γίνει, έστω άθελά μας, μέρος αυτού του μηχανισμού βίας; Πόσες φορές σιωπήσαμε; Πόσες φορές επιτρέψαμε ένα σχόλιο, ένα βλέμμα, μια συμπεριφορά;
Η σιωπή δεν είναι ουδετερότητα. Είναι συνενοχή.
Γι’ αυτό, την επόμενη φορά, ας βάλουμε ένα ξεκάθαρο και αδιαπραγμάτευτο ΣΤΟΠ. Στον σεξισμό. Στον μισαναπηρισμό. Στη βία. Όσο υπάρχει ακόμη χρόνος. Πριν να είναι αργά.
Μαριάννα Διαμαντοπούλου
Πρόεδρος της Ένωσης Γονέων και Φίλων ΑμεΑ Επαρχίας Μεραμπέλλου


































































































