Το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ έδωσε στη δημοσιότητα την 1η ενδιάμεση Έκθεση για την Ελληνική Οικονομία και την Απασχόληση για το 2016, η οποία αναλύει τις διαρκώς μεταβαλλόμενες συνθήκες στην οικονομία της χώρας κατά τη διάρκεια του έτους.
Συγκεκριμένα η ερευνητική ομάδα με επικεφαλής τον Επιστημονικό Διευθυντή του Ινστιτούτου Εργασίας της ΓΣΕΕ, Γιώργο Αργείτη ανέλυσε τις επιπτώσεις της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής και την κατάσταση στην αγορά εργασίας. Πρόκειται για μια πολυσέλιδη εργασία, με μεγάλο ενδιαφέρον, από την οποία αξίζει, σε πρώτη ανάγνωση, να σταθούμε σε δύο ενδιαφέροντα ευρήματα.
5,5 χιλ. λιγότερα ευρώ το κατά κεφαλήν ΑΕΠ
Αναμενόμενο, αλλά ανησυχητικό είναι το εύρημα που δείχνει τη δυναμική απόκλισης της ελληνικής οικονομίας από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το κατά κεφαλήν πραγματικό ΑΕΠ της Ελλάδας έχει χάσει την τελευταία οκταετία το 24,8% της αξίας του και διαμορφώνεται πλέον στις 17 χιλ. ευρώ έναντι 22,6 χιλ. ευρώ το 2008.
Η εξέλιξη αυτή έχει ανατρέψει πλήρως την πορεία πραγματικής σύγκλισης της Ελλάδας με την Ε.Ε. των 28, που είχε επιτευχθεί στο διάστημα 2000-2008. Ενώ το 2008 το μέσο κατά κεφαλήν πραγματικό ΑΕΠ στην ΕΕ-28 ήταν 15,9% υψηλότερο από το αντίστοιχο της Ελλάδας, το 2016 η διαφορά αυξήθηκε στο 57,6%!
Αξίζει να σημειωθεί ότι το 2016 για πρώτη φορά το μέσο κατά κεφαλήν πραγματικό ΑΕΠ στην ΕΕ-28 αναμένεται να ξεπεράσει το επίπεδο του 2008, εξέλιξη που αποτυπώνει τη δυναμική της απόκλισης στο βιοτικό επίπεδο μεταξύ Ελλάδας και ΕΕ-28. «Πρέπει να σημειώσουμε», αναφέρει η έκθεση, «ότι το παραπάνω εύρημα δεν έχει γίνει αντικείμενο δημόσιου διαλόγου, παρά το γεγονός της μεγάλης οικονομικής και πολιτικής σημασίας που έχει».
Η ώρα των συνεπειών
Είναι ξεκάθαρο πως όσα κατακτήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια, μέσα από την συμμετοχή μας στην Ε.Ε. καταστράφηκαν στην κυριολεξία τα τελευταία χρόνια της ύφεσης και της λιτότητας. Για να φέρω ένα χειροπιαστό παράδειγμα. Η Κρήτη και οι περισσότερες περιφέρειες της χώρας (εξαίρεση Νότιο Αιγαίο και Αττική) ήταν στο «δεύτερο σκαλοπάτι» της ευρωπαϊκής σύγκλισης μη ξεπερνώντας το 70% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Για αυτό κατανέμονταν και οι σχετικές αυξημένες χρηματοδοτήσεις στα πλαίσια των κοινοτικών προγραμμάτων, ακόμα και στο τελευταίο ΠΕΠ, οδηγώντας σε μεγαλύτερη σύγκλιση προς τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Έτσι, τα έργα είχαν μεγαλύτερο ποσοστό ευρωπαϊκής χρηματοδότησης που ξεπερνούσε το 70% συνήθως, την ώρα που στην Κύπρο για παράδειγμα δεν ξεπερνούσε το 50%, επειδή υπήρχε μεγαλύτερη σύγκλιση. Τώρα, παρά το γεγονός πως τα χρηματοδοτικά έργα είναι πλέον στο 90 ή και στο 100%, είναι προφανές πως τα δεδομένα έχουν αλλάξει και η σύγκλιση βρίσκεται πολύ μακριά πλέον.
Στερεύουν οι αποταμιεύσεις
Με βάση τα στοιχεία της έκθεσης, βλέπουμε ότι από το α΄ τρίμηνο του 2010 και μετά η διαφορά της κατανάλωσης έναντι του διαθέσιμου εισοδήματος είναι μεγάλη, γεγονός που υποδηλώνει μια εξίσου σημαντική αρνητική επίδραση στις αποταμιεύσεις.
Με άλλα λόγια, τα νοικοκυριά χρησιμοποιούν πλέον άλλους πόρους για να διατηρήσουν την κατανάλωση τους, η οποία μειώνεται σταθερά. Με δεδομένο ότι η παροχή νέων δάνειων προς τα νοικοκυριά είναι αρνητική, η εξέλιξη αυτή υποδηλώνει ότι η καταναλωτική δαπάνη των ιδιωτικών νοικοκυριών χρηματοδοτείται κυρίως από τις υφιστάμενες καταθέσεις τους, οι οποίες έτσι ωθούνται σε ολοένα και χαμηλότερα επίπεδα. Επομένως, με βάση την παρούσα δομή της οικονομίας, άμεση συνέπεια της δημοσιονομικής προσαρμογής είναι η χειροτέρευση της χρηματοοικονομικής κατάστασης των νοικοκυριών, η οποία ταυτόχρονα γίνεται αιτία επιδείνωσης του προβλήματος φερεγγυότητας του τραπεζικού συστήματος, καθώς δυσχεραίνει την αποπληρωμή του χρέους τους αυξάνοντας τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια και υπονομεύοντας την κεφαλαιακή επάρκεια και την ποιότητα των χαρτοφυλακίων των τραπεζών.
Ο φαύλος κύκλος της οικονομίας
Επιπλέον, όπως καταγράφει η έκθεση, η συμπίεση του διαθέσιμου εισοδήματος που προκαλούν η πολιτική της εσωτερικής υποτίμησης, η αύξηση των φόρων και η απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων εξασθενεί τη φοροδοτική ικανότητα των νοικοκυριών δυσχεραίνοντας τη δημοσιονομική προσαρμογή της οικονομίας. Το γεγονός αυτό επιβαρύνει περαιτέρω τη λειτουργία του τραπεζικού συστήματος. Ως αποτέλεσμα, η οικονομία φαίνεται να είναι εγκλωβισμένη σε έναν φαύλο κύκλο υφεσιακής στασιμότητας, δημοσιονομικής λιτότητας και εύθραυστης χρηματοπιστωτικής κατάστασης.
Έτσι, στους δείκτες που καταγράφονται στην έκθεση βλέπουμε ότι όσον αφορά τα νοικοκυριά σε ετήσιο επίπεδο η κατανάλωση υπερβαίνει το διαθέσιμο εισόδημα μετά το 2012.
43 δις λιγότερα εισοδήματα
Σύμφωνα με την Έρευνα Οικογενειακών Προϋπολογισμών της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ), το 2015 η μέση μηνιαία δαπάνη των νοικοκυριών μειώθηκε κατά 3,2% (48,87 ευρώ σε απόλυτο μέγεθος) σε σχέση με το 2014. Συνέχεια μειώνεται (πτώση 9% το 2015 σε σχέση με το 2013).
Η πτώση αυτή μετά το 2014 οφείλεται στον μεγαλύτερο ρυθμό μείωσης του χρέους των νοικοκυριών (-13,4%) την περίοδο 2014-2015 σε σχέση με τη συρρίκνωση του διαθέσιμου εισοδήματός τους (-5%). Συνολικά, την περίοδο 2010-2015 το χρέος των νοικοκυριών σε απόλυτο μέγεθος έχει παρουσιάσει μείωση κατά 24 δισ. ευρώ, ενώ το διαθέσιμο εισόδημα εμφανίζει συρρίκνωση της τάξης των 43 δισ. ευρώ, γεγονός που καταδεικνύει τις δραματικές επιπτώσεις της ασκούμενης πολιτικής στη χρηματοοικονομική κατάσταση των ελληνικών νοικοκυριών.
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ



































































































