Η συζήτηση για την εργασία, την τοπική ανάπτυξη και το μέλλον κρίσιμων τομέων, όπως ο τουρισμός, τα μεγάλα έργα υποδομής και η ενέργεια στην Κρήτη, προσκρούει πάντα σε μια ανυπέρβλητη και σκληρή πραγματικότητα: τις εξαντλητικές συνθήκες κάτω από τις οποίες καλούνται να αντεπεξέλθουν καθημερινά οι πολίτες.
Δύο πρόσφατες έρευνες έρχονται να ρίξουν φως σε αυτή την κατάσταση, επιβεβαιώνοντας αυτό που βιώνουν οι εργαζόμενοι στην καθημερινότητά τους: δουλεύουν πολύ, αμείβονται λίγο και πιέζονται αφόρητα.
Οι ώρες εργασίας
Από τη μία πλευρά, τα επίσημα δεδομένα της Eurostat (Μάιος 2026), αποτυπώνουν μια ζοφερή εικόνα για τις ώρες εργασίας στην Ελλάδα. Η χώρα μας βρίσκεται στην απόλυτη κορυφή της Ε.Ε. των 27, με τον μέσο χρόνο εβδομαδιαίας εργασίας (πραγματικές ώρες) να εκτοξεύεται στις 39,6 ώρες, αισθητά πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο των 35,9 ωρών. Αυτό καταρρίπτει οριστικά κάθε μύθο περί «τεμπέληδων του Νότου», καθώς οι Έλληνες εργάζονται περισσότερο από κάθε άλλον Ευρωπαίο, με τις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης να ακολουθούν από κοντά. Μάλιστα, στους άνδρες που εργάζονται με πλήρη απασχόληση, ο μέσος όρος αγγίζει τις 41,8 ώρες, ενώ στις γυναίκες τις 38,8 ώρες, η μεγαλύτερη διαφορά στην ΕΕ (μαζί με Ιρλανδία και Ολλανδία).
Η οικονομική πίεση
Από την άλλη πλευρά, η έρευνα της PwC Ελλάδας (με συμμετοχή 801 εργαζομένων), αποκαλύπτει την έντονη οικονομική πίεση που βιώνουν οι Έλληνες εργαζόμενοι. Το 72% δηλώνει ότι το αυξημένο κόστος ζωής επηρεάζει την καθημερινότητά του. Είναι ενδεικτικό ότι μόλις το 10% μπορεί να αποταμιεύσει χρήματα, ενώ το 57% ίσα που καλύπτει τους λογαριασμούς του. Μόλις το 10% έχει τη δυνατότητα να αποταμιεύσει χρήματα μετά την πληρωμή των λογαριασμών του (από 17% το 2024), ενώ το 57% καλύπτει τους λογαριασμούς του αλλά δεν του περισσεύει σχεδόν τίποτα. Σε αυτό το ασφυκτικό περιβάλλον, δεν αποτελεί έκπληξη ότι μόλις το 47% θεωρεί πως αμείβεται δίκαια, παρ’ ότι η αμοιβή αποτελεί την πρώτη προτεραιότητα.
Παρά την κούραση και την οικονομική ανασφάλεια, με την οικονομική αστάθεια να θεωρείται κύρια απειλή για το 67-71%, οι Έλληνες εργαζόμενοι εμφανίζονται πρόθυμοι και ικανοί να προσαρμοστούν. Το 64% δηλώνει ικανοποιημένο από την εργασία του, ενώ το 66% είναι πρόθυμο να προσφέρει πέρα από τα απαιτούμενα [cite: Το 64% δηλώνει ικανοποιημένο από την εργασία του, το 73% νιώθει υπερηφάνεια για τη δουλειά του και το 66% είναι πρόθυμο να προσφέρει πέρα από όσα απαιτούνται]. Ωστόσο, η εμπιστοσύνη στους ανωτέρους είναι χαμηλή (46% στους άμεσους προϊσταμένους και 39% στην ανώτατη διοίκηση). Την ίδια στιγμή, βέβαια, η εμπιστοσύνη στους άμεσους προϊσταμένους διαμορφώνεται στο 46% και στην ανώτατη διοίκηση στο 39%, μειωμένη κατά 5 και 2 ποσοστιαίες μονάδες αντίστοιχα σε σχέση με πέρυσι.
Η τεχνητή νοημοσύνη
Η τεχνητή νοημοσύνη αλλάζει γρήγορα τα δεδομένα, με τους εργαζόμενους να προσαρμόζονται συχνά ταχύτερα από τις ίδιες τις επιχειρήσεις. Ένα από τα βασικά μηνύματα της φετινής έρευνας είναι ότι οι Έλληνες εργαζόμενοι προσαρμόζονται γρήγορα, σε πολλές περιπτώσεις ταχύτερα από τους οργανισμούς στους οποίους εργάζονται. Όσοι τη χρησιμοποιούν καθημερινά νιώθουν μεγαλύτερη ασφάλεια για τη θέση τους και βλέπουν θετικά τον αντίκτυπό της (48% έναντι 26% των περιστασιακών). Έτσι, οι καθημερινοί χρήστες Τ.Ν. δηλώνουν μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στη διοίκηση και περισσότερη ασφάλεια για τη θέση τους. Παράλληλα, βλέπουν πιο θετικά τον μακροπρόθεσμο αντίκτυπό της (48% έναντι 26% των περιστασιακών χρηστών.
Ωστόσο, η έλλειψη κατάρτισης δημιουργεί εργαζόμενους πολλαπλών ταχυτήτων, με το 69% να ανήκει στον βασικό κορμό, που αποκομίζει περιορισμένα οφέλη από την Τεχνητή Νοημοσύνη. Ο βασικός κορμός του ανθρώπινου δυναμικού περιλαμβάνει εργαζομένους με πιο συνηθισμένες δεξιότητες και περιορισμένα επαγγελματικά οφέλη από την Τ.Ν. Αποτελεί το 69% των εργαζομένων στην Ελλάδα, 13 ποσοστιαίες μονάδες περισσότερο από το αντίστοιχο παγκόσμιο ποσοστό (56%).
Εδώ στην Κρήτη, όπου ο αγροτικός τομέας καταγράφει ρεκόρ ωρών (41,2 ώρες πανευρωπαϊκά) και ο τουρισμός απαιτεί τα μέγιστα, η τοπική κοινωνία σηκώνει ένα δυσανάλογο βάρος. Αν δεν υπάρξουν ουσιαστικές παρεμβάσεις για δίκαιες αμοιβές και προστασία των εργαζομένων, το μέλλον της παραγωγικής μας μηχανής θα παραμείνει αβέβαιο.
Ο πρόεδρος του Εργατικού Κέντρου Λασιθίου, κ. Μανόλης Πεπόνης, αναφερόμενος στα ευρήματα αυτά, τονίζει στην ΑΝΑΤΟΛΗ: «Η εικόνα που αποτυπώνουν οι έρευνες είναι η σκληρή πραγματικότητα που αντιμετωπίζουμε καθημερινά. Ειδικά στον τουρισμό και τον επισιτισμό, αλλά και στον πρωτογενή τομέα, η εντατικοποίηση της εργασίας έχει ξεπεράσει κάθε όριο. Οι εργαζόμενοι καλούνται να δουλεύουν εξαντλητικά ωράρια, συχνά χωρίς τα απαραίτητα ρεπό την περίοδο της αιχμής, ενώ την ίδια στιγμή η ακρίβεια ροκανίζει το όποιο εισόδημά τους πριν βγει ο μήνας. Αν δεν υπάρξει ουσιαστική θωράκιση των συλλογικών συμβάσεων και εντατικοί έλεγχοι, η φυγή των νέων από τους παραγωγικούς τομείς της τοπικής οικονομίας θα συνεχιστεί με αμείωτο ρυθμό».
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ

































































































