Οι όρνοι (ή όρνιοι, από το αρχαίο ερινεός, που σημαίνει άγρια συκιά) είναι οι καρποί της αρσενοσυκιάς (αγριοσυκιάς). Αν και οι ίδιοι οι όρνοι δεν ωριμάζουν όπως τα βρώσιμα σύκα και δεν τρώγονται νωποί, η σημασία τους για τη συκοκαλλιέργεια είναι θεμελιώδης, τόσο σε βιολογικό όσο και σε παραδοσιακό/γαστρονομικό επίπεδο.
Αναγνώστης της ΑΝΑΤΟΛΗΣ, που ζει στο Κορωπί Αττικής, αναζητεί όρνους και μας γράφει: «Εδώ στο Κορωπί έχουν ξεριζώσει όλες τις αγριοσυκιές για να κάνουν “Παρκινγκ Αεροδρομίου”. Δεν υπάρχουν όρνοι και τα σύκα πέφτουν χωρίς να ωριμάσουν. Όλοι που έχουν συκές είτε για εμπορική ή για δική τους χρήση, ψάχνουν να βρουν αγριοσυκές ή ορνούς. Θα σας ήμουν υποχρεωμένος, αν μπορούσατε να με πληροφορήσετε που θα μπορούσα να βρω τέτοιες αγριοσυκές στην Κρήτη, για να φυτέψω στο αγρόκτημά μου».
Οι όρνοι περιέχουν αρσενικά άνθη γεμάτα γύρη. Μέσα στους όρνους ζει και αναπτύσσεται ένα μικροσκοπικό, ωφέλιμο έντομο, ο ψήνας (Blastophagapsenes). Όταν οι θηλυκοί ψήνες βγαίνουν από τους όρνους την άνοιξη, γεμάτοι γύρη, μπαίνουν στα «θηλυκά» σύκα των ήμερων συκιών για να γεννήσουν. Με αυτόν τον τρόπο πραγματοποιείται η επικονίαση. Χωρίς τη γύρη από τους όρνους, οι περισσότερες παραδοσιακές ποικιλίες συκιάς δεν μπορούν να «δέσουν» τον καρπό τους. Αν δεν γονιμοποιηθούν, τα σύκα κιτρινίζουν και πέφτουν πριν ωριμάσουν.
Η παραδοσιακή αυτή τεχνική, γνωστή από την αρχαιότητα (αναφέρεται και από τον Αριστοτέλη και τον Θεόφραστο) περιλαμβάνει το μάζεμα των όρνων από τις αγριοσυκιές τον Ιούνιο και το κρέμασμά τους (σε αρμαθιές) πάνω στα κλαδιά των ήμερων συκιών, ώστε να βοηθηθεί η μεταφορά του ψήνα.
Παρά το γεγονός ότι οι όρνοι είναι σκληροί και στυφοί όταν είναι ωμοί, αποτελούν την πρώτη ύλη για το περίφημο παραδοσιακό γλυκό κουταλιού σύκο. Μαζεύονται νωρίς την άνοιξη, όταν είναι ακόμα μικροί, πράσινοι, σφιχτοί και δεν έχουν σχηματίσει σπόρια στο εσωτερικό τους.
ΛΕΩΝ.Κ.

































































































