Επαρκούν τα ποιοτικά κρητικά προϊόντα για να καλύψουν την ανάπτυξη της γαστρονομίας μας ως τουριστικό προϊόν του νησιού; Το ερώτημα είναι κρίσιμο και ουσιαστικό για το μέλλον του πρωτογενούς τομέα στο νησί. Αλλά και του τριτογενούς, αφού η διασύνδεση τοπικών προϊόντων, γαστρονομίας και τουρισμού είναι κρίσιμη για τα επόμενα χρόνια με δεδομένο ότι η Κρήτη έχει βραβευθεί ως γαστρονομική περιφέρεια της Ευρώπης για το 2026 και μπορεί το νησί να καταστεί γαστρονομικός προορισμός τα επόμενα χρόνια.
Ο Εντεταλμένος Περιφερειακός Σύμβουλος Διασύνδεσης Πρωτογενούς τομέα με τον τουρισμό Σπύρος Μπαλαντίνος μίλησε στην ημερίδα «Κρητών επιχειρείν» για τον βιώσιμο τουρισμό, ακριβώς για το θέμα αυτό που παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον.
Aποτιμώντας θετικά την πρωτοβουλία απαντά στις ερωτήσεις της «ΑΝΑΤΟΛΗΣ» για τα κρίσιμα θέματα που αφορούν την ανάπτυξη της γαστρονομίας.
Ο Σπύρος Μπαλαντίνος είναι τέταρτη γενιά τυροκόμος και απασχολείται από μικρή ηλικία στην οικογενειακή επιχείρηση παραγωγής παραδοσιακών Κρητικών Τυροκομικών προϊόντων, έχοντας δραστηριοποιηθεί σε όλα τα επιμέρους τμήματα της επιχείρησης, από τις πωλήσεις και την διανομή έως και την παραγωγή των προϊόντων. Από το 2013 είναι Υπεύθυνος Παραγωγής και Ποιοτικού Ελέγχου στο τυροκομείο της οικογένειας στο Βαρύπετρο Χανίων. Παράλληλα από το 2006 έως και σήμερα, δραστηριοποιείται ενεργά στον τουριστικό κλάδο, έχοντας αναλάβει την διοίκηση και την διαχείριση του ξενοδοχείου Porto Kalamaki στα Χανιά.
Είναι πτυχιούχος με κατεύθυνση τη Διοίκηση Επιχειρήσεων και Marketing από το Nottingham Trent University και είναι κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου MBA International Business από το University of East London.
Δίπλα στην πόρτα μας
«Ουσιαστικά το ένα χέρι νίβει το άλλο», επισημαίνει για την σχέση πρωτογενούς και τριτογενούς τομέα, που πρέπει ν’ αναπτυχθεί και εξηγεί: Αντί να ψάχνεται τώρα μία περιφέρεια σαν τη δικιά μας, το πώς θα εξάγει τα προϊόντα θα μπορεί να ψάξει τις ίδιες ποσότητες που παράγει σήμερα να τις πουλήσει εντός των τειχών, το οποίο θα είναι πολύ πιο παραγωγικό. Είναι δε πολύ πιο βιώσιμο γιατί οι δείκτες πλέον θα δείχνουν ότι εμείς παράγουμε ένα προϊόν με μηδενικό αποτύπωμα. Ένα προϊόν που παράχθηκε κοντά σε ένα ξενοδοχείο και καταναλώνεται μέσα σ’ αυτό το ξενοδοχείο ενισχύει την βιωσιμότητα σε τοπικό επίπεδο. Γιατί δεν μεταφέρουμε τα προϊόντα μας με κοντέινερ από ήπειρο σε ήπειρο, αλλά τα έχουμε δίπλα στην πόρτα μας», σημειώνει.
Φέρνοντας ως παράδειγμα το κορυφαίο κρητικό τυρί και την αξία που μπορεί να έχει για την γαστρονομία της Κρήτης και τον τουρισμό, επισημαίνει πως από τις ποσότητες γάλακτος που παράγονται σήμερα στην Κρήτη εξάγεται περίπου το 25% στην ηπειρωτική χώρα. Κι όμως αυτές οι ποσότητες θα μπορούσαν να αναλωθούν εδώ. Εφ’ όσον υπάρχει πρώτη ύλη δεν είναι πονοκέφαλος για κανένα να παράξει περισσότερο προϊόν, αφού υπάρχει πελάτης να καταναλώσει.
«Το πρόβλημα μέχρι τώρα είναι ότι δεν υπάρχει πελάτης. Γι’ αυτό και μένουν αδιάθετα και υπάρχουν αποθέματα συνεχώς. Γιατί παράγουμε ένα προϊόν, το οποίο δεν έχει πάρει την προστασία που πρέπει να πάρει, δεν φτάνει στους καταναλωτές που πρέπει να φτάσει και ο καταναλωτής ουσιαστικά, όταν το αγοράζει, δεν μπορεί να αξιολογήσει θετικά τα δυνατά του στοιχεία. Όλο αυτό μπορεί να αλλάξει απλά και μόνο με ουσιαστική προβολή, το οποίο θα γίνει μέσω ενός συγκεκριμένου προγράμματος. Μιλάω για ένα προϊόν και όλο αυτό πρέπει να γίνει για το κάθε προϊόν ξεχωριστά», επισημαίνει ο κ. Μπαλαντίνος και δικαιώνεται από τα όσα ισχύουν στις διεθνείς αγορές σήμερα όπου η παρμεζάνα αποτελεί ένα προϊόν με υπεραξία, που δόθηκε με συγκεκριμένη στρατηγική. Συνεπώς, είναι εξαιρετικά κρίσιμη μια στρατηγική επιλογή που θα δώσει αναγνωρίσιμη αξία και θέση στα κρητικά προϊόντα, πρώτα στην ίδια την Κρήτη και στους επισκέπτες της και στη συνέχεια στις παραπέρα αγορές.
Διασύνδεση
Περιγράφοντας το μεγάλο στοίχημα που πρέπει να γίνει πράξη στην Κρήτη αναφέρει: «Από την ενασχόλησή μου τόσα χρόνια τόσο στον πρωτογενή όσο και στον τριτογενή τομέα, παρατηρώ ότι στον πρωτογενή έλεγαν: Αν μπορέσουμε να διαθέσουμε μία μικροποσότητα τυριού στον κάθε τουρίστα που έρχεται στο νησί, η παραγωγή δεν θα έφτανε για κανέναν άλλο εκτός από τουρίστες. Από τότε που ασχολήθηκα με το ξενοδοχείο ακούω το ερώτημα: Πώς θα πετύχουμε την επέκταση της τουριστικής περιόδου; Κι όμως αυτά τα δύο σε συνάρτηση μπορούν να έχουν ένα αποτέλεσμα, το οποίο μακροπρόθεσμα θα επιφέρει οφέλη και για τους δυο τομείς της οικονομίας. Δηλαδή να διασυνδέσουμε τον τουρισμό με τον πρωτογενή τομέα και να επιτύχουμε τόσο την επέκταση της σεζόν, καθώς θα υπάρχει δράση και την χαμηλή περίοδο για να έρθουν τουρίστες να δουν όσα κάνουμε και παράλληλα να μπορέσουμε να διαθέσουμε και περισσότερα προϊόντα στον τουριστικό κλάδο».
Σύμφωνα με τον Σπύρο Μπαλαντίνο, η διασύνδεση σήμερα του τουρισμού με τον πρωτογενή τομέα γίνεται με 3 τρόπους. Είτε με απ’ ευθείας πώληση προϊόντων σε ξενοδοχεία, σε καταστήματα, είτε με τους επισκέψιμους χώρους που έχουν δημιουργηθεί, δηλαδή ελαιουργεία, τυροκομεία, οινοποιεία που μπορούν οι τουρίστες να έχουν μια βιωματική εμπειρία με τα προϊόντα και ο τρίτος τρόπος είναι μέσω της γαστρονομίας.
Γαστρονομία
«Στην παρουσίαση που έκανα στον Άγιο Νικόλαο ασχοληθήκαμε αποκλειστικά με το κομμάτι της γαστρονομίας, το οποίο με την ευκαιρία που η Κρήτη είναι πλέον γαστρονομική περιφέρεια της Ευρώπης το 2026, μπορεί να βοηθήσει όχι μόνο για τώρα και το 2026, αλλά μακροπρόθεσμα ώστε να προσπαθήσουμε να γίνουμε ένας γαστρονομικός προορισμός, ο οποίος θα προσφέρει τόσο στον πρωτογενή όσο και στον τριτογενή τομέα. Κι αυτό που τόνισα είναι πως η γαστρονομία είναι άμεσα συνδεδεμένη με την Κρήτη. Από τα αρχαία χρόνια τα πάντα γίνονται γύρω από ένα τραπέζι. Όλα, οι χαρές μας και οι λύπες μας είναι συνδεδεμένες με τη γαστρονομία. Άρα πρόκειται για μια ξεκάθαρη διαχρονική εμπειρία που μπορεί να περάσει με οφέλη και στα ξενοδοχεία του τόπου μας», σημειώνει ο κ. Μπαλαντίνος.
Μάλιστα ο ίδιος υπογραμμίζει πως «είναι εξαιρετικά σημαντική στις μέρες μας για την αξιολόγηση των ξενοδοχείων η εταιρική κοινωνική ευθύνη. Η διασύνδεση πρωτογενούς τομέα με τα ξενοδοχεία δείχνει μία οπτική στο πεδίο αυτό γιατί η εταιρική κοινωνική ευθύνη ουσιαστικά σε δεσμεύει να παίρνεις προϊόντα από την τοπική παραγωγή. Όταν αυτό θα γίνει πράξη, θα ανεβάσουμε και τους δείκτες θετικής αξιολόγησης, που θα είναι το κυρίαρχο ζήτημα για τα ξενοδοχείο τα επόμενα χρόνια. Ακόμα οι νεότερες παραγωγικές γενιές ενδιαφέρονται ιδιαίτερα για την γαστρονομία. Ψάχνουν γαστρονομικές εμπειρίες. Μάλιστα, μεγάλο ποσοστό δηλώνει ότι η γαστρονομία είναι αυτή που ουσιαστικά θα τους βοηθήσει να επιλέξουν τον προορισμό. Επίσης γίνεται και μία μεγάλη σύνδεση με την ευζωία, καθώς στα κρητικά προϊόντα είναι πλούσια σε αντιοξειδωτικά και οφέλη διατροφικά, οφείλουμε να τα αναδείξουμε».
ΜΙΧΑΛΗΣ ΑΤΣΑΛΑΚΗΣ


































































































