«Βαδίζοντας στα μονοπάτια της Δρήρου»
Η Εφορεία Αρχαιοτήτων Λασιθίου σε συνεργασία με τον Δήμο Αγίου Νικολάου και τη Γαλλική Σχολή Αθηνών διοργάνωσε, στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αγίου Νικολάου, εκδήλωση με τίτλο «Βαδίζοντας στα μονοπάτια της Δρήρου».
Ομιλητές ήταν η Βασιλική Ζωγραφάκη, Αναπληρώτρια Προϊσταμένη της Εφορείας Αρχαιοτήτων Λασιθίου και ο Alexandre Farnoux, Καθηγητής του Πανεπιστημίου της Σορβόννης.
Οι ομιλητές παρουσίασαν την ιστορία και τα αποτελέσματα της μέχρι σήμερα αρχαιολογικής έρευνας της αρχαίας πόλης της Δρήρου, που βρίσκεται ανάμεσα στη Νεάπολη και στη Φουρνή, αλλά και την ιστορική πορεία και σημασία της.
Η ανακάλυψη το 1854 της περίφημης επιγραφής με τον όρκο των νέων της Δρήρου που έδωσε το στίγμα της θέσης του αρχαίου οικισμού προσέλκυσε το ενδιαφέρον σημαντικών αρχαιολόγων, ενώ οι πρώτες ανασκαφές διενεργήθηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα. Καθοριστική υπήρξε η ανακάλυψη, το 1935, τριών σφυρήλατων αγαλματίων, που ερμηνεύθηκαν ως Απόλλωνας, Άρτεμη και Λητώ. Τα αγάλματα αυτά θεωρούνται εξαιρετικής σημασίας για την ιστορία της αρχαίας τέχνης, καθώς αποτελούν μοναδικά δείγματα μιας τεχνικής που έως τότε ήταν γνωστή μόνο από τις γραπτές πηγές. Η ανασκαφική έρευνα το ίδιο έτος στο σημείο εύρεσής τους, στο διάσελο των δύο λόφων που καταλάμβανε η πόλη, έφερε στο φως τον ναό όπου ήταν τοποθετημένα, προσφέροντας πολύτιμες πληροφορίες για τη θρησκευτική ζωή της πόλης.
Οι παλιές ανασκαφές υπήρξαν χρονικά περιορισμένες και- παρά τα σημαντικά ευρήματα- δεν συνεχίστηκαν.
Το 2009 η Εφορεία Αρχαιοτήτων Λασιθίου και η Γαλλική Σχολή Αθηνών ξεκίνησαν νέο συστηματικό ερευνητικό πρόγραμμα στη Δρήρο. Οι ανασκαφές αποκάλυψαν δημόσια και ιδιωτικά κτίρια μεγάλου μεγέθους και πλήθος κινητών ευρημάτων, τα οποία φωτίζουν την καθημερινή ζωή, την οικονομία και τις θρησκευτικές πρακτικές των κατοίκων της αρχαίας πόλης.
Η πρώτη μεγάλη περίοδος ακμής της Δρήρου τοποθετείται στους γεωμετρικούς και κυρίως στους αρχαϊκούς χρόνους. Η στρατηγική θέση της πόλης, ο έλεγχος σημαντικών περασμάτων και η πρόσβαση σε εύφορες εκτάσεις συνέβαλαν στην ανάπτυξή της. Σημαντικό τεκμήριο της πολιτικής οργάνωσής της κατά την περίοδο αυτή αποτελούν οι επιγραφές (του 650-600 π.Χ.) με νόμους πολιτικού και θρησκευτικού χαρακτήρα. Ανάμεσα σε αυτούς ξεχωρίζει συνταγματικός νόμος που απαγόρευε στους «κόσμους» (εκλεγμένους ηγέτες) την ανάληψη εξουσίας πριν περάσουν δέκα χρόνια. Η ύπαρξη τέτοιων θεσμών καταδεικνύει τη διαμόρφωση οργανωμένης πολιτείας, με σαφείς κανόνες πολιτικής και θρησκευτικής λειτουργίας.
Η δεύτερη περίοδος ακμής της Δρήρου εντοπίζεται στα ελληνιστικά χρόνια, κυρίως κατά τον 3ο αιώνα π.Χ. Πολύτιμη πηγή για την κατανόηση της ζωής της κοινότητας αποτελεί ο όρκος των 180 νέων της πόλης, που καταγράφει τις αξίες, τις υποχρεώσεις και τις πολιτικές ανησυχίες της εποχής. Οι νέοι ορκίζονταν πίστη στην πατρίδα και στους συμμάχους τους, μίσος στους εχθρούς τους και δεσμεύονταν να υπηρετούν τα συμφέροντα της πόλης τους. Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αναφορά στην υποχρέωση φύτευσης ελαιοδέντρων, στοιχείο που αντανακλά τη σημασία της ελαιοκαλλιέργειας για την οικονομία της πόλης.
Οι ανασκαφές των τελευταίων χρόνων αποκάλυψαν το μεγαλύτερο τμήμα της αγοράς της ελληνιστικής εποχής, καθώς και μεγάλα οικοδομικά συγκροτήματα που μαρτυρούν οικονομική ευημερία και ανεπτυγμένη παραγωγική δραστηριότητα. Τα ευρήματα, όπως αποθηκευτικοί πίθοι, εργαλεία, υφαντικά βάρη, αγγεία, νομίσματα, αποδεικνύουν την έντονη δραστηριότητα της πόλης.
Το τέλος της Δρήρου φαίνεται να συνδέεται με τις συγκρούσεις των ελληνιστικών χρόνων. Οι αρχαιολογικές ενδείξεις, όπως η εγκατάλειψη κτιρίων με την οικοσκευή ακόμη στη θέση της, υποδεικνύουν ξαφνική εγκατάλειψη της πόλης από τους κατοίκους της, γεγονός που συμπίπτει με τη γνωστή από επιγραφή κατάληψή της από τους Λυττίους, στα τέλη του 3ου αιώνα π.Χ. ή αρχές του 2ου αι. π.Χ.
Παρά την παρακμή της αρχαίας πόλης, η περιοχή συνέχισε να κατοικείται, ιδιαίτερα κατά τους βυζαντινούς και ενετικούς χρόνους. Στην κορυφή του ανατολικού από τους δύο λόφους κατασκευάστηκε οχυρωματικός περίβολος και γύρω απ’ αυτόν αναπτύχθηκε ένας μικρός οικισμός, ενώ η παλαιά αγορά μετατράπηκε σε νεκροταφείο.





































































































